Τι να πρωτοαναφέρει κανείς γι’ αυτό το χαρισματικό, πολυτάλαντο πλάσμα που μέχρι και σήμερα αποτελεί στην κυριολεξία «σχολείο» για τους ηθοποιούς και φυσικά πηγή απόλαυσης για εμάς σε οποιαδήποτε ταινία της.

Υπήρξε ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου, τραγουδίστρια και σεναριογράφος, με την αγάπη της για τον καλλιτεχνικό τομέα διάχυτη σε ό,τι κι αν έκανε. Οι ατάκες και το μπρίο της όσα χρόνια κι αν περάσουν παραμένουν το ίδιο αξεπέραστα, γιατί στην ουσία η Ρένα δεν «έφυγε» ποτέ!

Τα πρώτα χρόνια

Η Ρένα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1923 στο πανέμορφο νησί των Φαιάκων”, την Κέρκυρα.

Πατέρας της ήταν ο Γιάννης Βλαχόπουλος, στρατηγός στο επάγγελμα, ο οποίος μάλιστα ανήκε στην ελίτ της τοπικής κοινωνίας, αφού η οικογένειά του είχε αριστοκρατική καταγωγή. Η μητέρα της ήταν η κόρη μιας από τις υπηρέτριες που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων και ονομαζόταν Καλλιόπη.

Ο Γιάννης και η Καλλιόπη, που και οι δύο είχαν καταγωγή από Μικρά Ασία, αγαπήθηκαν παράφορα και αποφάσισαν να παντρευτούν, κάτι που βρήκε εντελώς αντίθετους τους γονείς του νεαρού Βλαχόπουλου, που τελικά τον αποκλήρωσαν. Το πλήγμα που δέχτηκε ο Βλαχόπουλος δυνατό, οι οικονομικες δυσκολίες πλέον μεγάλες και τα παιδιά που θα αποκτήσει με την Καλλιόπη στο σύνολο εννέα, με την Ρένα να είναι πέμπτη στην σειρά.

Παρόλα αυτά τα παιδιά δεν στερήθηκαν την μόρφωση και η Ρένα μάλιστα έμαθε και αρκετές ξένες γλώσσες. Την μουσική την αγαπάει από νωρίς σαφέστατα επηρεασμένη από τις συχνές επισκέψεις που έκανε με τον πατέρα της στο απαράμιλλης αρχιτεκτονικής αρχοντικό του Κόντε Θεοτόκη.

Εκεί θα ενθουσιαστεί από την πλούσια συλλογή με δίσκους βερνικιού των 78 στροφών, που από το 1950 θα αρχίσουν να εξαφανίζονται, εκτοπισμένοι από τους πρωτοποριακούς δίσκους βινυλίου, που και καλύτερο ήχο έβγαζαν και πιο φθηνοί ήταν στην παραγωγή τους.

Ήρθε σε επαφή με το πιάνο, που μπορούσε να χρησιμοποιεί ανενόχλητη όποτε ήθελε. Το πρώτο λιθαράκι μιας μετέπειτα λαμπρής καριέρας έχει ήδη μπει…

Το τραγούδι

Η Ρένα είναι μόλις 16 ετών όταν τολμάει να δείξει σε όλους τις φωνητικές της δυνατότητες. Ο χώρος του αρχοντικού δεν έχει βέβαια άμεση σχέση με την μουσική, αφού είναι ένα ζαχαροπλαστείο στην Σπιανάδα, την μεγαλύτερη πλατεία στον ελλαδικό χώρο. Κάποια στιγμή όμως προσλαμβάνεται εκεί ως επαγγελματίας τραγουδίστρια.

Η εκεί παρουσία της θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην προσωπική της ζωή, καθώς θα γνωρίσει τον Κύπριο ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ, Κώστα Βασιλείου, ο οποίος γοητεύεται από το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της και την παντρεύεται το 1939.

Η μετακόμιση στην Αθήνα θα τις ανοίξει νέες, μεγαλύτερες πόρτες. Ενώ τραγουδάει σε αναψυκτήρια και καφενεία θα την ανακαλύψει ο σπουδαίος στιχουργός Μίμης Τραϊφόρος, που εκείνη την περίοδο εργαζόταν στην μπουάτ «Όαση». Αναζητούσε «νέο αίμα» για ένα πρόγραμμα βαριετέ και η Ρένα ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνε, ένα φρέσκο πρόσωπο με άνεση και ταλέντο!

Το τραγούδι που θα ερμηνεύσει φέρει τον τίτλο «Μικρή χωριατοπούλα» και διασκευάστηκε αργότερα στο δημοφιλές «Κορόϊδο Μουσολίνι» από τον Γιώργο Οικονομίδη. Να σημειωθεί δε και ένα ευτράπελο: Την πρώτη φορά που τραγούδησε στο βαριετέ η Βλαχοπούλου φορούσε δανεική τουαλέτα, η οποία της ήταν μεγάλη, την πάτησε κι έπεσε κάτω!

Στο θέατρο «Μοντιάλ» θα έχει την τιμή να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την μεγάλη Σοφία Βέμπο. Η καριέρα της αρχίζει να παίρνει άκρως ανοδική πορεία, καθώς ηχογραφεί και τον πρώτο της δίσκο γραμμοφώνου στην θρυλική εταιρεία ΟΝΤΕΟΝ.

Το έτος 1940 την βρίσκει δίχως τους γονείς της, οι οποίοι σκοτώνονται κατά την διάρκεια του βομβαρδισμού της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Δύο χρόνια μετά κι αφού έχει χωρίσει με τον Βασιλείου, παντρεύεται τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο.

Είναι η εποχή που στην ζωή της θα μπει για τα καλά η Τζαζ, την οποία θα υπηρετήσει άρτια. Γνωρίζει τον πιανίστα και συνθέτη της Τζαζ, Γιάννη Σπάρτακο, της γράφει τραγούδια και συνεργάζονται στο «ΠΑΝΘΕΟΝ».

Το ταλέντο της Βλαχοπούλου αναγνωρίζεται από Τύπο και κριτικούς, η επιτυχία τεράστια, ο τίτλος «βασίλισσα της Τζαζ» δικός της.

Από την συνεργασία αυτή προκύπτει και το πασίγνωστο κομμάτι «Θα σε πάρω να φύγουμε», που τραγούδησε για πρώτη φορά το 1944 στην επιθεώρηση «Wellcome» των Σακελλάριου-Ευαγγελίδη στο θέατρο Κυβέλη.

Δύο χρόνια μετά χωρίζει και από τον δεύτερο σύζυγό της και ακολουθεί τον Σπάρτακο σε μια περιοδεία εκτός ελληνικών συνόρων. Η περιοδεία ξεκινάει το 1946 και τελειώνει το 1951. Χώρες της Μέσης Ανατολής και των ΗΠΑ ενθουσιάζονται από την Κερκυραία με τον ευρωπαϊκό αέρα. Ακόμη και ο Σάχης της Περσίας γοητεύεται από την ταλαντούχα Ελληνίδα.

Ηθοποιία

Το 1954 η Ρένα Βλαχοπούλου θα βρεθεί στο θέατρο, αυτή τη φορά όχι για να τραγουδήσει, αλλά ως ηθοποιός. Αποτελεί μέλος της επιθεώρησης «Σουσουράδα» σε κείμενα του Τραϊφόρου και μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη παρουσιάζουν το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Για τον ρόλο την είχε προτείνει η Σοφία Βέμπο, η οποία εκτιμούσε πολύ το ταλέντο της. Η Βλαχοπούλου στην αρχή είχε ενδοιασμούς και με το ζόρι ανέβηκε στην σκηνή, καθώς θεωρούσε τον εαυτό της καλό μονάχα στο τραγούδι.

Κινηματογραφικά το ξεκίνημά της θα γίνει το 1956 με την ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» στο πλάι του Νίκου Ρίζου και του Στέφανου Στρατηγού. Η ταινία έσπασε κάθε ρεκόρ για την εποχή ξεπερνώντας τα 100.000 εισιτήρια!

Το 1962 θα παίξει στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Όταν λείπει η γάτα», στην οποία κάνουν και το ντεμπούτο τους οι αδελφές Μπρόγερ. Την ίδια χρονιά θα κάνει το μεγάλο «μπαμ» στην εισπρακτική επιτυχία «Μερικοί το προτιμούν κρύο» του Γιάννη Δαλιανίδη.

Ο Φίνος δεν την θέλει αρχικά για πρωταγωνίστρια. Ο Δαλιανίδης ‘ομως την επιβάλει και η Ρένα τραγουδάει το «Έχω στενάχωρη καρδιά» του Μίμη Πλέσσα. Μια σταρ του μιούζικαλ γεννιέται!

Την επόμενη χρονιά πρωταγωνιστεί σε δύο επιτυχίες στα «Κάτι να καίει» και «Ένα κορίτσι για δύο». Αίσθηση προκαλεί το 1964 η κινηματογράφικη μεταφορά του θεατρικού έργου του Δημήτρη Ψαθά «Η χαρτοπαίχτρα», που διασκευάζεται μέχρι και σήμερα επιτυχώς. Το 1965 αρνήθηκε να ερμηνεύσει την χαρακτηριστική «Πάστα Φλώρα» στην ταινία «Μια τρελή οικογένεια» θεωρώντας τον εαυτό της ηλικιακά μικρό για τον συγκεκριμένο ρόλο.

Το 1967 ακολουθεί ο τρίτος γάμος με τον επιχειρηματία Λαφαζάνη. Έναν χρόνο πριν έχει προηγηθεί αλλαγή κινηματογραφικής εταιρείας και έτσι από τον Φίνο θα βρεθεί στους Καραγιάννης-Καρατζόπουλος.

«Βουλευτίνα» και «Βίβα Ρένα» ήταν οι ταινίες της που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία εκεί. Το 1969 επιστρέφει στον Φίνο και γυρίζει ταινίες που αφήνουν εποχή όπως η «Κόμισσα της Κέρκυρας», «Μια τρελή σαραντάρα», «Η θεία μου η χίπισσα» και «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι».

Το 1976 και με τον ελληνικό κινηματογράφο να διανύει περίοδο κρίσης η Βλαχοπούλου θα παίξει στην τηλεόραση, συγκεκριμένα στην ΕΡΤ και στην σειρά «Μια Αθηναία στην Αθήνα». Η ηθοποιός ποτέ δεν αγαπήσε την τηλεόραση όπως το θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1985 θα γυρίσει και την τελευταία της ταινία με τίτλο «Ρένα τα ρέστα σου».

Το τέλος

Το 1988 η Βλαχοπούλου υπέστη γαστρορραγία. Αυτό ήταν η αρχή του τέλους για την σπουδαία καλλιτέχνιδα. Δεν απέχει από τα καλλιτεχνικά δρώμενα, αν και με δυσκολία πλέον ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις.

Στις 29 Ιουλίου του 2004 αφήνει την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο με επίσημη αιτία θανάτου την ανακοπή καρδιάς, ενώ είχε προηγηθεί και διάτρηση στομάχου.

Η μεγάλη καλλιτέχνιδα, που της άρεσε να «πειράζει» το σενάριο με τις αυτοσχέδιες ατάκες της, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καθηλώνει με την ερμηνεία της. «Σούζυ τρως, και ψεύδεσαι και τρως» είναι μια από τις ατάκες της που έχουν περάσει πλέον στην ιστορία…