Η γυναίκα που έμεινε γνωστή ως η «Κύπρια φόνισσα» σίγουρα δεν είναι η μοναδική γυναίκα εγκληματίας της Κύπρου, είναι όμως η πιο γνωστή. Η ιστορία της είναι από αυτές που περνάνε μέσω προφορικών διηγήσεων από γενιά σε γενιά και συχνά φαντάζουν σαν παραμύθια που φτιάχτηκαν επίτηδες για να προκαλούν σοκ και δέος.

Η Στυλλού Παντοπίου-Χριστοφή, που ως νύφη σκότωσε την πεθερά της και ως πεθερά τη νύφη της, έγινε και η πρώτη γυναίκα που απαγχονίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία μετά από 30 χρόνια.

Όλα είναι θέμα οικογένειας

Βρισκόμαστε πίσω στο 1900 και στο απομονωμένο χωριό Ριζοκάρπασο της κατεχόμενης βόρειας Κύπρου, όπου γεννιέται η Στυλλιανή, γνωστή ως Στυλλού. Η επιβίωση των κατοίκων του χωριού ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, το μέρος φτωχό και άγονο και έννοιες όπως η εκπαίδευση ήταν σχεδόν άγνωστες.

Έτσι και στο οικογενειακό της περιβάλλον, η Στυλλού μεγάλωσε μαθαίνοντας ότι η βία και η αυταρχικότητα είναι η λύση για την επίλυση προβλημάτων. Έγινε ένας δύσκολος άνθρωπος, με σκληρή και επιθετική συμπεριφορά και εκδήλωνε έντονες μανίες και εμμονές. Θεωρούσε τον εαυτό της παντογνώστη και ήθελε πάντα να περνάει το δικό της, ενώ συχνά το μυαλό της έκανε σενάρια ότι οι γύρω της συνομωτούσαν εναντίον της.

Η δολοφόνος νύφη

Στα 14 της χρόνια παντρεύτηκε τον Χριστοφή, έναν από τους πιο φτωχούς συγχωριανούς της. Μαζί του απέκτησε τον μοναδικό γιό της, Σταύρο. Τα οικονομικά της οικογένειας δεν ήταν καθόλου καλά και τα κύρια έσοδά τους προέρχονταν από ένα χωράφι με ελιές που διέθεταν.

Αυτό όμως που έκανε την κατάσταση στο σπίτι τους ακόμα πιο δυσβάστακτη ήταν το γεγονός ότι έμενε μαζί τους και η πεθερά της, με την οποία δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις. Πως θα μπορούσαν να έχουν καλές σχέσεις άλλωστε, αφού η πεθερά της είχε αναλάβει το ρόλο του αρχηγού «ανακατεύοντας» την οικογένεια.

Οι δύο γυναίκες καβγάδιζαν σχεδόν καθημερινά και η ήδη ευέξαπτη Στυλλού δεν άργησε να φτάσει στα όριά της.

Ένα βράδυ του 1925 και μετά από έναν ακόμα μεγάλο καβγά, η Στυλλού θόλωσε. Πήρε ένα αναμμένο δαυλί και το κάρφωσε στο στόμα της πεθεράς της.

Συνεργάτες στο έγκλημα ήταν και δύο συγχωριανές της, που τη βοήθησαν κρατώντας ανοιχτό το στόμα του θύματος.

Το παράδοξο της υπόθεσης ήταν ότι ενώ η Στυλλού θεωρήθηκε η βασική ύποπτη για τον φόνο, τελικά απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες λόγω αμφιβολιών. Τα στοιχεία εναντίον της δεν ήταν επαρκή και οι συγχωριανές συνεργοί της την κάλυψαν μην αποκαλύπτοντας ποτέ την αλήθεια σε κανέναν.

Το βάρος της δολοφονίας όμως δεν σταμάτησε ποτέ να στοιχειώνει τη Στυλλού και την οικογένειά της, ενώ η ζωή της δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο όταν λίγο αργότερα την εγκατέλειψε και ο άντρας της.

Γεμάτη απωθημένα από γονείς και σύζυγο, η Στυλλού προσκολλήθηκε ακόμα περισσότερο στον γιό της. Τον μεγάλωσε μόνη της μέσα στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν στο χωριό τους και η αδυναμία της για εκείνον εκφραζόταν μέσω καταπίεσης και αποπνικτικού ελέγχου.

Το 1941 ο Σταύρος κουρασμένος από την συμπεριφορά της μητέρας του, αλλά και από την κακή ποιότητα ζωής στην περιοχή του, αποφασίζει να αναζητήσει την τύχη του στην Αγγλία. Η Κύπρος τότε βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή και δεν ήταν λίγοι οι νέοι που έφταναν στην ανάγκη να εγκαταλείψουν τα ταλαιπωρημένα πάτρια εδάφη για μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό.

Ενώ ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει, ο Σταύρος Χρηστοφής έφτασε στην Αγγλία και βρήκε μια καλή δουλειά στο Café de Paris, ένα από τα δημοφιλέστερα νυχτερινά μαγαζιά του Λονδίνου. Εκεί γνώρισε και τη νεαρή γερμανίδα Hella Bleicher, με την οποία αρκετά σύντομα ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά.

Η Στυλλού όμως πίσω στην Κύπρο, όχι μόνο δεν χαιρόταν με την ευχάριστη τροπή που είχε πάρει η ζωή του γιού της, αλλά ξύπνησε μέσα της το «σύνδρομο της πεθεράς». Ποιά ήταν αυτή η αλλοδαπή και αλλόθρησκη που ξεμυάλισε το παιδί της και το χειρότερο, γιατί την παντρεύτηκε χωρίς την άδειά της;! (όχι ότι θα του έδινε και ποτέ τις ευλογίες της βέβαια)

Η δολοφόνος πεθερά

Δώδεκα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ο Σταύρος είχε φτιάξει πλέον τη ζωή του στο Λονδίνο και η Στυλλού δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά της στο χωριό. Η πεισματική αντίθεσή της στις προσωπικές επιλογές του γιού της δεν την άφηναν να ησυχάσει και ως άνθρωπος που δεν ήξερε πότε να κάνει πίσω, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.

Το 1953 η Στυλλού φτάνει στην Αγγλία για να γνωρίσει την νέα οικογένεια του γιού της, ο οποίος δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος με αυτή την επίσκεψη. Πόσο μάλλον όταν η μητέρα του του ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να παραμείνει εκεί επ’ αορίστου για να βρει δουλειά και να μαζέψει χρήματα πριν επιστρέψει στην Κύπρο.

Όσο κι αν ο Σταύρος διαφωνούσε με αυτή την εξέλιξη, δεν μπόρεσε να εμποδίσει την μητέρα του από το να μείνει μαζί τους.

Το πρώτο διάστημα της συγκατοίκησής τους κύλησε αρκετά ήρεμα με τη Στυλλού να χαίρεται τη γνωριμία με τα εγγόνια της. Η περίοδος χάριτος όμως δεν κράτησε για πολύ.

Η διαταραγμένη της προσωπικότητα άρχισε να εκδηλώνεται, να βλέπει παντού συνομωσίες και φυσικά να κατηγορεί την Hella για οτιδήποτε. Όσα έκανε η νύφη της ήταν λάθος. Οι μητρικές της ικανότητες, οι δουλειές και η διακόσμηση του σπιτιού, η «λονδρέζικη» ανατροφή των παιδιών, ακόμα και το μενού των οικογενειακών τους γευμάτων.

Οι εντάσεις που τόσο καλά ήξερε να δημιουργεί έγιναν καθημερινότητα και μαζί και οι καβγάδες πεθεράς και νύφης.

Μια μέρα του Ιουλίου η Στυλλού κρυφακούει μια συζήτηση του γιού της με τη νύφη της. Το ζευγάρι είχε αγανακτίσει με την κατάσταση και συμφωνούσε ότι η μητέρα του έπρεπε να φύγει. Η Hella σχεδιάζε να πάρει τα παιδιά και να πάνε για μερικές μέρες διακοπές στη Γερμανία, ενώ ο Σταύρος μέχρι να γυρίσουν θα έπειθε την μητέρα του ότι θα ήταν καλύτερο για όλους να επιστρέψει στην Κύπρο.

Η Στυλλού εξοργίστηκε. Δεν ανεχόταν άλλο να έρχεται δεύτερη στη ζωή του γιού της και «αυτή η άλλη να τον κάνει ό,τι θέλει». Δεν υπήρχε πια χώρος και για τις δυό τους και ήξερε ήδη τι έπρεπε να κάνει γι’ αυτό…

29 Ιουλίου 1954

Ο Σταύρος φεύγει για τη δουλειά του και στο σπίτι μένουν μόνες πεθερά και σύζυγος μαζί με τα παιδιά, που δεν αργούν να πέσουν για ύπνο. Η Στυλλού πήρε από την ξυλόσομπα του σαλονιού τον μαντεμένιο δίσκο, με τον οποίο μάζευαν τις στάχτες, και αιφνιδιάζοντας την νύφη της στο μπάνιο, τη χτύπησε μανιασμένα στο κεφάλι. Η Hella έπεσε αναίσθητη στο πάτωμα, όμως η μανιακή πεθερά δεν είχε τελειώσει ακόμα το έργο της.

Χρησιμοποιώντας ένα μαντήλι άρχισε να τη στραγγαλίζει με τόση δύναμη, που το ύφασμα έσκισε τον λαιμό της κοπέλας και έγινε ένα με την αιμόφυρτη σάρκα της. Για να το αφαιρέσει η Στυλλού αναγκάστηκε να το κόψει και στη συνέχεια το πέταξε στα σκουπίδια.

Στην τελευταία πράξη του στυγερού της εγκλήματος έπρεπε να βρει έναν τρόπο να ξεφορτωθεί το πτώμα. Ατάραχη μετέφερε το νεκρό σώμα στην αυλή του σπιτιού και αφού το περιέλουσε με παραφίνη, του έβαλε φωτιά. 

Πριν παραδώσει το σώμα της άτυχης νύφης της στις φλόγες, είχε επίσης αφαιρέσει από το δάκτυλό της τη βέρα του γάμου της και την έκρυψε μέσα σε ένα κομμάτι χαρτί στο δωμάτιό της. (γιατί ήταν πιο σημαντικό φυσικά να πάρει πίσω τη βέρα του γιόκα της, παρά να καλύψει τυχόν ενοχοποιητικά στοιχεία)

Ουδέν κρυπτόν από τους γείτονες

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν ένας γείτονας, ο John Young, παρατήρησε τις φλόγες έξω από το σπίτι της οικογένειας και έτρεξε να δει τι γίνεται. Όπως κατέθεσε και στη δίκη αργότερα, εκείνη τη στιγμή ο νους του δεν πήγε σε κάτι κακό και νόμισε ότι η Στυλλού έκαιγε σκουπίδια και κάτι που έμοιαζε με κούκλα βιτρίνας. (λογικό, ποιός δεν καίει κούκλες βιτρίνας στην αυλή του άλλωστε;!)

Η Στυλλού την είχε γλυτώσει για αρχή, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχε υπολογίζει. Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι χαρτί να αποτεφρωθεί μέσα σε μερικά λεπτά και έτσι μέχρι το επόμενο πρωί που η φωτιά είχε σβήσει, το σώμα της Hella δεν είχε καεί εντελώς.

Κοντά στο μεσημέρι που επέστρεφε σπίτι του από τη δουλειά το γειτονικό ζεύγος Burstoff, η Στυλλού βρήκε την ευκαιρία και βγήκε αλαφιασμένη στο δρόμο μπροστά στο αυτοκίνητό τους φωνάζοντας σε σπαστά αγγλικά κάτι για μια φωτιά και για παιδιά που κοιμούνται. Ο κύριος Burstoff προσπάθησε να την ηρεμήσει και τη συνόδεψε στο σπίτι, όταν είδε το μισοκαμμένο σώμα της Hella στην αυλή και έντρομος κάλεσε την αστυνομία.

Μπροστά στην αστυνομία και στον σοκαρισμένο γιό της, που μόλις είχε επιστρέψει από τη δουλειά, η Στυλλού επέμενε ότι δεν γνώριζε τι είχε γίνει. Υποστήριζε ότι για κάποιο λόγο η νύφη της είχε αυτοπυρποληθεί, όμως κανένας δεν την πίστεψε.

Η πληγή από τον στραγγαλισμό στο λαιμό του θύματος ήταν ακόμα ευδιάκριτη και δεν άργησαν να βρεθούν μέσα στο σπίτι ίχνη αίματος, το μαντήλι του εγκλήματος, αλλά και η βέρα της άτυχης κοπέλας.

Από το ειδώλιο στην αγχόνη 

Η δίκη της Στυλλού Παντοπίου-Χρηστοφή έγινε στις 25 Οκτωβρίου του 1954 στο δικαστήριο Old Bailey του Λονδίνου. Τα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον της ήταν ατράνταχτα, ενώ ο ψυχίατρος που την εξέτασε αποφάνθηκε ότι έπασχε από παραληρητική διαταραχή.

Συνοπτικά η παραληρητική διαταραχή περιγράφει μια κατάσταση όπου το άτομο εκφράζει εμμονικές ιδέες, όχι μεν αφύσικες, αλλά που δεν βιώνει στην πραγματικότητα. Υπάρχουν διάφοροι τύποι παραληρητικών ιδεών. Κάποιος π.χ. έχει παραληρητικές ιδέες ότι ένα διάσημο άτομο είναι ερωτευμένο μαζί του, άλλος έχει παραληρητικές ιδέες υπερβάλλουσας εικόνας ισχύος, αξίας ή γνώσεων για τον εαυτό του, άλλος έχει παραληρητικές ιδέες ότι ο σεξουαλικός του σύντροφος τον απατά, άλλος μπορεί να συνδυάζει λίγο από όλα τα παραπάνω μαζί κτλ.

Ο δικηγόρος της μαζί με τον γιό της Σταύρο προσπάθησαν να την πείσουν να παραδεχθεί στο δικαστήριο ότι είναι τρελή, ώστε να γλυτώσει την θανατική ποινή, όμως εκείνη ήταν ανένδοτη:

«Είμαι φτωχή και αγράμματη, αλλά τρελή δεν είμαι. Ποτέ, ποτέ, ποτέ!»

Μόλις δύο ώρες αργότερα και χωρίς να δεχθεί καμία προσπάθεια αθώωσής της, το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για την δολοφονία της 36χρονης νύφης της και την καταδίκασε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Η Στυλλού δεν δίστασε να κατηγορήσει τον γιό της ότι εκείνος έφταιγε που θα κατέληγε στo ικρίωμα.

Στις 15 Δεκεμβρίου του 1954 οδηγήθηκε στην αγχόνη των γυναικείων φυλακών Holloway και η ποινή της εκτελέστηκε από τον διάσημο Βρετανό δήμιο Albert Pierrepoint. Στην εκτέλεσή της δεν παρευρέθηκε κανείς, ούτε καν ο γιός της.

Επίλογος

Η Στυλλού ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Μεγάλη Βρετανία μετά από 30 χρόνια και η πιο μεγάλη σε ηλικία (54 ετών) που εκτελέστηκε στις φυλακές Holloway κατά τον 20ο αιώνα. Λέγεται επίσης ότι ήταν και η μόνη Κύπρια που φιλοξενήθηκε κέρινο ομοίωμά της στο Μουσείο Madame Tussauds, όμως δυστυχώς δεν μπόρεσα να επιβεβαιώσω αυτή την πληροφορία.

Τα οστά της Στυλλούς θάφτηκαν σε έναν ομαδικό τάφο στο Brookwood μαζί με τις άλλες τέσσερις γυναίκες που είχαν εκτελεστεί στις ίδιες φυλακές, την Ruth Ellis, Edith Thompson, Amelia Sach και Annie Walters.

Ηθικό δίδαγμα: Μακριά τις πεθερές από τα σπίτια σας. Μακριά!

 

Αν θέλεις να δεις κάποια συγκεκριμένη υπόθεση στις “Ιστορίες για αγρίους” στείλε e-mail στο info@montelaki.gr με θέμα “Ιστορίες για αγρίους”.

Η ενότητα «Ιστορίες για αγρίους» παρουσιάζει ανθρώπους που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τα εγκλήματά τους. Με μια δόση χιούμορ δίνουμε μια πιο ανάλαφρη διάθεση στην αφήγηση, χωρίς φυσικά να αναιρούμε την σοβαρότητα των γεγονότων ή να παίρνουμε θέση σε αυτά.

Στόχος μας είναι η ενημέρωση και ο προβληματισμός. Αφήνοντας στην άκρη τα βίαια σκηνικά, να ερευνήσουμε την περιπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και το πως κανείς μπορει να βγει εκτός ορίων υπό ορισμένες συνθήκες.