Η Ρένα Παγκράτη γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1949 στη Δάφνη της Αθήνας από οικογένεια κερκυραϊκής καταγωγής.

Εμφανίστηκε πρώτη φορά στο θέατρο σε ηλικία 11 ετών και θεωρήθηκε παιδί θαύμα!

Σε αυτή την τρυφερή ηλικία, έκανε την πρώτη της είσοδο και στα στούντιο για να ηχογραφήσει τα τραγούδια «Εκδρομή» και «Ανοίγουν τα σχολεία».

Έπαιξε σε 5 παραγωγές παιδικού θεάτρου, στο θίασο της Έλλης Λαμπέτη το 1961 και την επόμενη χρονιά έπαιξε στην παράσταση που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο «Στο σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», δίπλα στον Αλέξη Μινωτή και την Κατίνα Παξινού.

Στα μέσα της δεκαετίας του 60 έπαιξε στις ταινίες του Γιώργου Αρίωνα «Η γέφυρα της ευτυχίας» και «Όταν η ευτυχία προστάζει», ενώ παράλληλα είχε ξεκινήσει τις σπουδές υποκριτικής στη Δραματική Σχολή του Θεοδοσιάδη.

Στην πορεία της προτάθηκε να πάρει μέρος στη ραδιοφωνική εκπομπή της Αντιγόνης Μεταξά «Τα παραμύθια της θείας Λένας» στην οποία άφησε πραγματικά εποχή.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η απόφασή της να γίνει μέλος του συγκροτήματος «Νοστράδαμος» ήταν μοιραία.

Μπορεί να έκαναν μερικές εμφανίσεις σε νεανικά στέκια λίγο πριν την οριστική διάλυσή του, αλλά με αφορμή αυτό το θρυλικό ελληνικό ροκ συγκρότημα την ανακάλυψε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος της πρότεινε, εν συνεχεία, να συμμετέχει στο πιο αγαπημένο σήριαλ της εποχής, το «Λούνα Παρκ».

Η αρχική πρόταση του Δαλιανίδη ήταν να παίξει σε 3 επεισόδια τον ρόλο μιας πολύ κακιάς γυναίκας. Τελικά τα πλάνα άλλαξαν, της δόθηκε ο ρόλος της χίπισσας Κάθριν και η ηθοποιός έμεινε εντός σεναρίου μέχρι και το τελευταίο επεισόδιο, 7 χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση.

Η Ρένα έγινε είδωλο, τα κορίτσια την αντέγραφαν και εκείνη έκανε εξώφυλλο σε όλα τα νεανικά περιοδικά της εποχής. Η αναγνωρισιμότητα που κέρδισε με την χαρακτηριστική εμφάνισή της καθώς και το ταμπεραμέντο του χαρακτήρα που υποδυόταν, τη σημάδεψε και την ακολούθησε και στην μετέπειτα πορεία της.

Ταυτόχρονα με την σπουδαία πορεία της στην τηλεόραση, το ατίθασο κορίτσι ασχολήθηκε με την επιθεώρηση και τη δισκογραφία. Είναι η μόνη ηθοποιός που ηχογράφησε διασκευές -και μάλιστα αρκετές- στα πλαίσια του ιστορικού δίσκου “Γιουροβίζιον ’76”.

Κι ενώ ξεκίνησε ως παιδί θαύμα, σχεδόν όλοι οι ρόλοι που έπαιξε ήταν στο πλαίσιο της επιτυχίας που έκανε με την Κάθριν. Η ίδια δεν ήθελε να αποτελεί το σέξι θηλυκό και προσπαθούσε πάντα να ερμηνεύει τους ρόλους της με μια αυθεντικότητα, αφήνοντας πίσω της το ιδιαίτερο στυλ, κάνοντας ακόμα πιο αξιομνημόνευτους τους ρόλους που έπαιξε, οι οποίοι ακόμη και σήμερα διασκεδάζουν τον κόσμο.

Η πρώτη της κινηματογραφική ταινία ως ενήλικη ήταν η «Γυναίκες στα Όπλα» (1979) με την Ρένα Βλαχοπούλου και στην συνέχεια συμμετείχε στις ταινίες «Ο Ξεβράκωτος Ρωμιός» (1980) και «Η Μανούλα, το Μανούλι και ο Παίδαρος» (1982).

Στην δεκαετία του 80 βρίσκεται στο πλευρό του Στάθη Ψάλτη και άλλων ανερχόμενων ηθοποιών και καλλιτεχνών, στις μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες του Γιάννη Δαλιανίδη «Βασικά καλησπέρα σας» (1982), «Καμικάζι αγάπη μου» (1984) και «Έλα να γυμνωθούμε ντάρλινγκ» (1985).

Από αυτές τις ταινίες έγινε ακόμα πιο γνωστή και ήταν από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της εποχής ενώ μια από τις πιο διαχρονικές επιτυχίες της, που ακούγεται μέχρι σήμερα, είναι το τραγούδι «Είναι φάση το αγόρι». (το οποίο πριν έναν χρόνο διασκεύασαν οι EMIGRE)

Η μόδα της βιντεοκασέτας από τότε άρχισε να σβήνει σιγά σιγά και η ηθοποιός πέρασε δύσκολα καθώς η παραγωγή ταινιών περνούσε μια περίεργη εποχή. Καθώς δεν υπήρχαν πλέον προτάσεις όπως πριν, η Ρένα άρχισε να βυθίζεται σε μεγάλη απογοήτευση.  Το κακό της εποχής είναι ότι δεν ήταν εύκολοι οι πειραματισμοί και σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί ανακυκλώνονταν σε παρόμοιους ρόλους.

Η τελευταία βιντεοταινία στην οποία έπαιξε μετά τις μεγάλες επιτυχίες, ήταν το έργο με τίτλο «Η Μαντόνα από τη Δραπετσώνα», (1989) όπου έπαιζε την υποτιθέμενη Μαντόνα και δεν έκανε την προσδοκώμενη επιτυχία.

Αυτό προβλημάτισε έντονα την ηθοποιό. Σκεφτόταν πως έπρεπε επιτέλους να ξεφύγει από τα φαντάσματα των προηγούμενων ρόλων για να προχωρήσει.

Από το 1989 μέχρι το 1997 πάλευε να βρει δουλειά στο θέατρο και την τηλεόραση. Η μοναδική ευκαιρία της δόθηκε από τον Νίκο Φώσκολο που της πρότεινε μια guest εμφάνιση στην Λάμψη. Κατά τ’άλλα δεν χτύπησε και πολλές φορές το τηλέφωνό της…


Το 1992 ψάχνοντας παρηγοριά στη μουσική και την ποίηση, ηχογράφησε το άλμπουμ «Της αγάπης το παιχνίδι» με 12 τραγούδια και -παρά τις αρχικές αντιρρήσεις- ο δίσκος κυκλοφόρησε από τη Lyra, αλλά δεν είχε απήχηση.
Η προσπάθεια αλλαγής της εικόνας με την οποία την αποθέωσε το κοινό, ήταν πλέον εμφανής αφού στο εξώφυλλο είναι σχεδόν αγνώριστη.
Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια φαίνεται πως δεν άρεσε σε κανέναν. Ούτε στην εταιρεία ούτε στο κοινό…
Ο δίσκος σήμερα είναι δυσεύρετος! Ελάχιστοι τον έχουν στην συλλογή τους…

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της στηριζόταν στην οικονομική βοήθεια τρίτων κι αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί για πολύ. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι πριν την τελευταία της «παράσταση», είχε δώσει κι άλλες γιατί ένιωθε δυσβάσταχτη την πραγματικότητα.

Είχε χάσει τους γονείς της, είχε χάσει το ενδιαφέρον των φίλων και των συναδέλφων, είχε χάσει τον μεγάλο της έρωτα σε αυτοκινητικό δυστύχημα, είχε χάσει κάθε ψήγμα από την περηφάνια της. Δεν της είχαν μείνει και πολλά για να παλεύει…

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1998 αυτοκτόνησε παίρνοντας χάπια και πέθανε από φαρμακευτική δηλητηρίαση.

Η Ρένα Παγκράτη ήταν μια γυναίκα που έζησε μεγάλες και δυνατές εμπειρίες, που είχε όλα τα φώτα της κοινωνίας πάνω της, που σκορπούσε το γέλιο με το ταλέντο της και που τσαλάκωσε την απαστράπτουσα γοητεία της για να γίνει η δική μας Ρένα.

Η Ρένα μας που απέδειξε περίτρανα πως η ζωή δεν έχει μόνο φως αλλά και σκοτάδι. Και πως ακόμα κι αν έχει κάποιος όλο τον κόσμο μαζί του δεν μπορεί βγει από εκεί, αν δεν έχει δίπλα του εκείνον τον έναν που πραγματικά έχει ανάγκη, τον δικό του άνθρωπο…