Γεννήθηκε στην Λεμεσό στις 6 Απριλίου του 1914 (ή το 1916 κατ’άλλες πηγές) και ήταν κόρη του Κύπριου δικηγόρου Νικολάου Λανίτη και της Σαπφούς Κολακίδη.

Ο πατέρας της υπήρξε ένθερμος φίλαθλος του στίβου και ήταν συνιδρυτής του Γυμναστικού Συλλόγου Λεμεσού «Ολύμπια». Εκείνος παρότρυνε τις δύο του κόρες, Δομνίτσα και Ισμήνη, να ασχοληθούν με τον αθλητισμό από μικρή ηλικία.

Ο Νικόλαος Λανίτης ήταν ο ιθύνων νους που έκανε εισήγηση το 1928, ώστε οι Παγκύπριοι Αγώνες να περιλαμβάνουν δύο γυναικεία αγωνίσματα, το άλμα εις ύψος και το άλμα εις μήκος.

Η Δόμνα τότε, σε ηλικία 14 ετών, έλαβε μέρος και στα δύο αυτά αγωνίσματα και τερμάτισε πρώτη με τα ρεκόρ της να είναι τα πρώτα αναγνωρισμένα γυναικεία ρεκόρ που καταγράφηκαν στον κατάλογο του ΣΕΓΑΣ!

Τo 1931 εγκαταστάθηκε με την αδελφή της στην Αθήνα και γράφτηκαν στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων Ελλάδος. Παράλληλα με τη φοίτηση της εξακολουθεί να ασχολείται με τον αθλητισμό τόσο στο Αμερικανικό Κολλέγιο όσο και στον Αθλητικό Όμιλο Παλαιού Φαλήρου.

Έλαβε μέρος στους πανελλήνιους αγώνες γυναικών καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση και στα επτά αγωνίσματα που συμμετείχε (60μ., 100μ., 80μ. με εμπόδια, στο μήκος και στο ύψος με φορά και άνευ φοράς), κατακτώντας ταυτόχρονα και πανελλήνια ρεκόρ.
Αρκετά από αυτά διατηρήθηκαν για τουλάχιστον 10 χρόνια στην δική της ατζέντα αφού τα κατέρριπτε η ίδια, ενώ στο ύψος χρειάστηκε να περάσουν 25 χρόνια προτού πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα άλλη αθλήτρια.

Παρόλα αυτά, την ημέρα των αγώνων η Δομνίτσα ήταν σε περίεργη ψυχολογική κατάσταση, αν και τα αποτελέσματα δεν το φανερώνουν αυτό. Ο πατέρας της, που τότε ήταν βουλευτής και πρωτεργάτης του κινήματος της Ένωσης, συνελήφθη από τους Άγγλους, φυλακίστηκε και στη συνέχεια εξορίστηκε.

Τα σχόλια για τις επιτυχίες της Δομνίτσας ήταν γεμάτα θαυμασμό παρά την άσχημη τροπή των γεγονότων ενώ, επίσης, μεγάλη συζήτηση έγινε για την εμφάνισή της στους αγώνες με σορτς, καθώς εκείνη την εποχή μόνο άνδρες τα φορούσαν.

Το 1935 μπήκε στην Εθνική Ομάδα παρά τις αμφισβητήσεις που δέχτηκε και συμμετείχε για πρώτη φορά σε βαλκανικούς αγώνες, όπου διακρίθηκε στα 100μ. και 80μ. μετ’ εμποδίων, σημειώνοντας σπουδαία βαλκανικά ρεκόρ.

Με αυτές τις επιδόσεις γίνεται επισήμως η πρώτη Ελληνίδα που εντάσσεται στην Ολυμπιακή Ομάδα

Ωστόσο ο ΣΕΓΑΣ δεν είχε επισημοποιήσει εξ αρχής την συμμετοχή Δομνίτσας στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936, παρά τις διακρίσεις της. Είχε απλώς αναφέρει ότι «ίσως» να έστελνε κάποια.

Τα πρωτεία εκπροσώπησης της Ελλάδας από γυναίκες έχει το τένις, με ένα γκρουπ γυναικών που συμμετείχε σε αγώνες το 1906, αλλά τότε δεν είχε συγκροτηθεί η Διεθνής Επιτροπή και έτσι δεν είχαν λάβει το επίσημο χρίσμα. 

Στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, έφτασε μέχρι τα ημιτελικά στα 80 μ. μετ’ εμποδίων και στα προκριματικά στα 100 μ. μετ’ εμποδίων. Η αθλήτρια όμως ένιωθε ήδη νικήτρια αφού κατάφερε να φτάσει ως εκεί και γιατί είχε την ευκαιρία να ζήσει από κοντά το ιστορικό γεγονός της νίκης του Αμερικανού Jesse Owens στο άλμα εις μήκος και την αποχώρηση του Χίτλερ από το στάδιο.

Πολλές γερμανικές εφημερίδες και γενικότερα ο ευρωπαϊκός Τύπος, έκαναν εκτενή αφιερώματα για εκείνη παρά το γεγονός ότι δεν κατέλαβε κάποια υψηλή θέση.

Στην επιστροφή από το Βερολίνο, συμμετείχε σε αγώνες ανδρών σκυταλοδρομίας 4Χ100, στη Βουδαπέστη και στο Βόλο, καθώς δεν υπήρχε τέταρτος άνδρας που να μπορεί να συμμετέχει στο αγώνισμα. Το γεγονός αυτό ήταν μια ελάχιστη απόδειξη της αποδοχής που είχε αποκτήσει για όσα είχε ήδη καταφέρει.

Με το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων η Δομνίτσα ξεκίνησε τις σπουδές της στην Πάντειο, στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, αποφοίτησε το 1939 και κατά τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προσέφερε τις υπηρεσίες της εθελοντικά ως νοσοκόμα.

Το 1941 παντρεύτηκε τον Κώστα Καβουνίδη με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Σπύρο.

Μετά τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέχισε να αθλείται με την παρότρυνση του άντρα της ενώ έγινε και μέλος του ΔΣ του ΣΕΓΑΣ. Στόχος της αυτή την φορά ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1948, στους οποίους τελικά συμμετείχε. Ούσα και πάλι η μοναδική Ελληνίδα αθλήτρια που είχε λάβει μέρος, παρέλασε ως επικεφαλής της εθνικής ομάδας και κατέλαβε την 5η θέση στον πρώτο γύρο.

Το 1950, στα 36 της χρόνια, αποφάσισε τα εγκαταλείψει την καριέρα της στον πρωταθλητισμό, με μια τελευταία συμμετοχή σε αγώνες 200 μ.

Για την προσφορά της έχει τιμηθεί από την Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία, τον ΣΕΓΑΣ αλλά και από διάφορους φορείς στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην Λεμεσσό δόθηκε το όνομά της σε δρόμο έξω από το Στάδιο της Λεμεσού.

Η απόφασή της αυτή δεν την κράτησε μακριά από τα αθλητικά δρώμενα. Τα χρόνια που ακολούθησαν διετέλεσε ενώ παράλληλα υπήρξε αρθρογράφος αθλητικών θεμάτων σε διάφορες εφημερίδες.

Σε μια δήλωσή της σχετικά με την κατάσταση και την πορεία του αθλητισμού είχε αναφέρει:

Το αθλητικό πνεύμα τότε δεν είχε καμία σχέση με τον επαγγελματισμό. Σήμερα τα πάντα έχουν εμπορευματοποιηθεί. Τότε κάναμε το χόμπι μας το κέφι μας.

Αν ζηλεύω κάτι από τις αθλήτριες της εποχής, είναι οι ανέσεις που έχουν, τα στάδια. Εμείς δεν είχαμε ούτε καν τα απαραίτητα και σήμερα υπάρχουν δεκάδες ειδικοί για να βοηθήσουν τον αθλητή.

Οι εμπειρίες της στον αθλητικό στίβο την έκαναν πιο μαχητική για τον στίβο της ζωής.
Έγινε μέλος του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και του Συλλόγου Ελληνίδων Επιστημόνων, ήταν επί σειρά ετών πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων του Κολεγίου Θηλέων και υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας.
Ήταν ενεργό μέλος της Εταιρείας Αυτοδιάθεσης Κύπρου, με εισήγηση της Ελλάδας, εξελέγη μέλος της European Women Sport και κατήλθε μάχιμη στον πολιτικό στίβο, θέτοντας υποψηφιότητα για μία έδρα στην Α΄ Αθηνών το 1958. 

Η Δομνίτσα Λανίτου Καβουνίδου έφυγε από την ζωή στις 20 Ιουνίου 2011, σε ηλικία 97 ετών, αφήνοντας πίσω της μεγάλη κληρονομιά με τα κατορθώματά της και τις εμπειρίες της που ενέπνευσαν και εξακολουθούν να εμπνέουν χιλιάδες γυναίκες…