Είπα λοιπόν να αφήσουμε για λίγο την ατέρμονη λίστα των Αμερικανών δολοφόνων και να ρίξουμε μια ματιά προς την αγαπημένη Ρωσία. Σημερινός μας «άγριος» ο Andrei Romanovich Chikatilo. Πρόκειται για τον πιο διάσημο Σοβιετικό κατά συρροή δολοφόνο και, μέχρι πριν λίγο καιρό που τον ξεπέρασε ο Μιχαήλ Ποπκόφ, τον δολοφόνο της χώρας του με τα περισσότερα επιβεβαιωμένα θύματα. Το σύνολο αυτών 53.

Ο Τσικατίλο έμεινε γνωστός ως ο «χασάπης του Ροστόφ» ή ως «Κόκκινος αντεροβγάλτης» με τις φρικτές του πράξεις και την αρρωστημένη του προσωπικότητα να τον κατατάσουν επάξια ανάμεσα στους πιο μισητούς εγκληματίες όλων των εποχών.

Η παιδική ηλικία και ο ρόλος του κομμουνιστικού καθεστώτος  

Γεννημένος σε ένα χωριό της Ουκρανίας στις 16 Οκτωβρίου του 1936 ο Τσικατίλο μεγάλωσε υπό συνθήκες, οι οποίες σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούσαν στην εξέλιξη ενός όχι και τόσο φυσιολογικού ανθρώπου.

Εκείνη την εποχή η Ρωσία βρισκόταν υπό το Σοβιετικό καθεστώς, όταν έλαβε χώρα και το σχέδιο της «Αγροτικής Μεταρρύθμισης» του Στάλιν, ένα σχέδιο ουσιαστικά «εσωτερικής γενοκτονίας». Το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε προχωρήσει σε κατάσχεση όλων των αγροτικών προϊόντων και των ζώων της αγροτικής Ουκρανίας και απαγόρευσε και την μετακίνηση των εκεί κατοίκων στα αστικά κέντρα. Εγκλωβισμένοι στον ίδιο τους τον τόπο για δύο ολόκληρα χρόνια, χωρίς προμήθειες και δυνατότητα επιβίωσης, περίπου 10 εκατομμύρια Ουκρανοί αφέθηκαν να πεθάνουν σε φρικτές συνθήκες ασιτίας και εξαθλίωσης.

Ο Μεγάλος Λιμός και η κομμουνιστική τρομοκρατία είχε καταστροφικές και τραγικές συνέπειες για την περιοχή, ενώ μεταξύ άλλων προκάλεσε και την ύπαρξη κανιβαλισμού. Η πείνα θέριζε ζωές και ιδιοσυγκρασίες οδηγώντας πολλούς να τρέφονται με πτώματα συνανθρώπων τους που στοιβάζονταν στα νεκροταφεία. Κυκλοφορούσαν επίσης και φήμες ότι κάποιοι άρπαζαν άλλους ανθρώπους και στο δρόμο.

Με αυτές τις ιστορίες συνήθιζε να φοβερίζει και η μητέρα του τον μικρό Τσικατίλο. Του έλεγε ότι είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Stepan, τον οποίο όταν ήταν 10 χρονών του είχαν επιτεθεί κάποιοι γείτονες στο δρόμο και τον έφαγαν.

Έτσι προσπαθούσε να εμποδίζει τον Τσικατίλο να απομακρύνεται από το σπίτι. Άσχετα με το πόση αλήθεια μπορεί να είχε τελικά αυτή η ιστορία, ο μικρός Αντρέι την πίστευε και το παιδικό του μυαλό είχε σημαδευτεί με αυτή.

Σύμφωνα με τις πηγές, στον πόλεμο του 1943 ο Τσικατίλο είδε μπροστά στα μάτια του τη μητέρα του να βιάζεται από Γερμανούς, γεγονός που οδήγησε και στη γέννηση της αδερφής του. Ο πατέρας του τότε έλειπε στον πόλεμο και λίγα χρόνια αργότερα που επέστρεψε, εκτελέστηκε από το καθεστώς ως προδότης.

Όπως καταλαβαίνετε, το σκηνικό της παιδικής ηλικίας του Τσικατίλο ήταν κάθε άλλο παρά ονειρικό και ανέμελο. Εικάζεται επίσης ότι γεννήθηκε με υδροκεφαλία, γεγονός που θεωρείται ότι εξηγεί το μεγάλο του σεξουαλικό πρόβλημα. Ο Τσικατίλο, εκτός από νυχτερινή ακράτεια, είχε και πλήρη ανικανότητα στύσης (αν και μπορούσε να εκσπερματώσει).

Το πρόβλημά του αποκαλύφθηκε στην πρώτη του απόπειρα ως έφηβος να συνευρεθεί με μια κοπέλα και τον εξευτέλισε στον περίγυρό του εδραιώνοντας το ψυχολογικό του τραύμα.

Το 1963, μετά από «προξενιό» που του έκανε η αδερφή του, παντρεύτηκε την φίλη της Fayina. Μαζί της κατάφερε να αποκτήσει μέσα στα επόμενα χρόνια 2 παιδιά χρησιμοποιώντας μια δική του αντισυμβατική μέθοδο για να γίνει η σύλληψη (μη ρωτάτε περισσότερα).

Κάνοντας μαθήματα δια αλληλογραφίας κατάφερε να πάρει πτυχίο ρωσικής φιλολογίας και άρχισε να εργάζεται ως δάσκαλος. Όσο κι αν έδειχναν να βελτιώθηκαν οι καταστάσεις της ζωής του και όσο καθώς-πρέπει τύπος κι αν φαινόταν εξωτερικά, ο Τσικατίλο ήταν ήδη μια βαθιά προβληματική προσωπικότητα.

Δεν άργησαν να αρχίσουν εναντίον του αλλεπάλληλες καταγγελίες για παρενόχληση μαθητών του με αποτέλεσμα να αλλάζει συχνά σχολεία, αλλά και πόλεις. Αυτός ήταν ουσιαστικά και ο πρόλογος της επερχόμενης εγκληματικής του δραστηριότητας.

Παρά τα σκληρά παιδικά του βιώματα με αποκορύφωμα και την εκτέλεση του πατέρα του από τους «συντρόφους» τους, ο Τσικατίλο ήταν αφοσιωμένος στο κομμουνιστικό κόμμα. Με τη βοήθεια του κόμματος λοιπόν, γλύτωνε τη φυλακή, οι καταγγελίες εναντίον του «κουκουλώνονταν» και απλά έπαιρνε «κύριος» την μετάθεσή του για αλλού.

Η αρχή μιας φονικής πορείας χωρίς επιστροφή

22 Δεκεμβρίου 1978

Ο Τσικατίλο πετυχαίνει στο δρόμο την 9χρονη Lena Zakotnova και την παρασύρει σε ένα ερημικό παλιό σπίτι, που είχε στην ιδιοκτησία του. Εκεί προσπάθησε να τη βιάσει, χωρίς όμως επιτυχία κι έτσι τη σκότωσε μαχαιρώνοντάς τη. Τη στιγμή που το μαχαίρι του μπήκε στο σώμα του ανυπεράσπιστου θύματος, ο Τσικατίλο ικανοποιήθηκε άμεσα σεξουαλικά, γεγονός που «ξύπνησε» μια και καλή τα βαθύτερα ένστικτά του.

Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν στοιχεία ενοχοποίησής του Τσικατίλο, το κομμουνιστικό κόμμα «κάλυψε» για άλλη μια φορά το πιστό του μέλος και σύντομα ένας άλλος σεσημασμένος φορτώθηκε τον φόνο του κοριτσιού και εκτελέστηκε.

Ο πρώτος του φόνος του έδειξε τον δρόμο προς την ικανοποίηση που ζητούσε η διαταραγμένη του ψυχοσύνθεση, όμως η παραλίγο σύλληψή του φαίνεται πως τον τρόμαξε για λίγο. Τα δύο επόμενα χρόνια κύλησαν ήρεμα χωρίς καμία παρόμοια απόπειρα.

3 Σεπτεμβρίου 1981

Ο Τσικατίλο υποκύπτει ξανά στο τέρας μέσα του και επιτίθεται στην 17χρονη Larisa Tkachenko. Τη στραγγαλίζει και τη μαχαιρώνει νιώθοντας τεράστια ικανοποίηση. Από τότε και μετά έγινε πραγματικά ασταμάτητος.

Πλησίαζε νεαρά άτομα, αγόρια ή κορίτσια, κυρίως σε σταθμούς τραίνων και λεωφορείων, τα προσέγγιζε ως φίλος και τα παρέσυρε σε κοντινές δασώδεις περιοχές. Προσπαθούσε να τα βιάσει και χωρίς δισταγμό τα μαχαίρωνε συνήθως στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Σε πολλές περιπτώσεις ακρωτηρίαζε και έτρωγε τα γεννητικά όργανα ή άλλα μέρη του σώματος των θυμάτων του.

Έβλεπε το μαχαίρι του ως ένα υποκατάστατο του δυσλειτουργικού του αντρικού μορίου. Αυτό ήταν πάντα έτοιμο να κάνει τη δουλειά του αποτελεσματικά και να του δώσει την ικανοποίηση που ζητούσε τόσο λαίμαργα. 

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του τελετουργικού που ακολουθούσε σε κάθε φόνο ήταν να αφαιρεί τους βολβούς των ματιών των θυμάτων του, καθώς πίστευε πως η εικόνα του δολοφόνου αποτυπωνόταν στα μάτια του θύματος και έμενε εκεί και μετά το θάνατό του.

Παρόλο που τα περισσότερα θύματά του ήταν παιδιά, ο Τσικατίλο δεν ήταν ακριβώς ένας ακόμα ανωμαλιάρης παιδόφιλος. Δεν τον ένοιαζε αν ήταν αγόρια ή κορίτσια, δεν έβλεπε καν γυναίκες ή άντρες. Έβλεπε σώματα που μπορούσε σαδιστικά να κατακρεουργήσει. Στόχος του ήταν τα πιο αδύναμα και μικρόσωμα άτομα, ώστε να μπορεί να τα κουμαντάρει.

Η κρατική «άρνηση» και η πρώτη σύλληψη

Σίγουρα θα αναρωτιέστε πως μετά από τόσες απροκάλυπτες δολοφονίες ο Τσικατίλο παρέμενε ελεύθερος…

Εκείνη την εποχή η έννοια του κατά συρροή δολοφόνου ήταν σχεδόν άγνωστη στη Ρωσία και τέτοιου τύπου εγκλήματα δεν ήταν τόσο συχνό φαινόμενο, όπως στην Αμερική. Επίσης, το Σοβιετικό καθεστώς έλεγχε κάθε πληροφορία που δινόταν στους πολίτες και φρόντιζε να αποκρύπτει τέτοια γεγονότα από τα μέσα ενημέρωσης (ώστε να δίνεται εν ολίγοις στον κόσμο η εντύπωση ότι «όσο κυβερνούν αυτοί, όλα πάνε καλά»).

Είναι χαρακτηριστικό του κομμουνιστικού καθεστώτος να εκφράζει πλήρη άρνηση απέναντι σε ειδεχθή γεγονότα, που γίνονται την περίοδο της πολιτικής κυριαρχίας του. Ενδεικτικά να θυμηθούμε ότι αρνιόντουσαν πεισματικά ολόκληρο Chernobyl, ενώ όλοι έβλεπαν τις καταστροφικές συνέπειες μπροστά στα μάτια τους.

Έτσι και με τον «χάνιμπαλ», που σκότωνε αδίστακτα το ένα παιδί μετά το άλλο, το Σοβιετικό κράτος δεν ήθελε να δεχτεί ότι είχε «γεννηθεί» στα σπλάχνα του ένας κατά συρροή δολοφόνος.

Η προσοχή της αστυνομίας στρεφόταν προς συγκεκριμένες ομάδες πολιτών, όπως ομοφυλόφιλους ή ψυχασθενείς, και έκανε μαζικές συλλήψεις χωρίς φυσικά αποτέλεσμα. Την ίδια στιγμή ο Τσικατίλο συνέχιζε ανενόχλητος τις αισχρές του πράξεις.

Κάποια στιγμή ανέλαβε την υπόθεση ο ιατροδικαστής Victor Burakov και στέλνοντας αστυνομικούς μυστικά να παρακολουθούν σταθμούς τρένων και λεωφορείων κατάφερε μετά από αρκετό διάστημα να πιάσει τελικά τον περιβόητο «χασάπη».

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1984 συλλαμβάνουν τον Τσικατίλο και βρίσκουν στην τσάντα του ένα μαχαίρι, ένα σχοινί και βαζελίνη. Τον ανακρίνουν, αλλά εκείνος αρνείται τα πάντα.

Για καλό και για κακό, το καθεστώς είχε απαγορεύσει να διαρρεύσουν πληροφορίες για την υπόθεση στις εφημερίδες, αφού ήταν ήδη μεγάλο ζήτημα ο καταζητούμενος να είναι τελικά ένας «δικός τους». Τον κράτησαν στην φυλακή τρεις μήνες και μετά τον άφησαν ξανά ελεύθερο λόγω ενός τραγικού λάθους με τις αιμοτολογικές εξετάσεις.

Το δείγμα γενετικού υλικού του δολοφόνου, που είχαν από τους τόπους των εγκλημάτων, δεν ταίριαζε με αυτό που πήραν από τον Τσικατίλο όταν τον συνέλαβαν. Η ομάδα αίματος του φερόμενου δράστη ήταν ΑΒ, ενώ του Τσικατίλο ήταν Α. Χωρίς να προχωρήσουν σε περαιτέρω έρευνα, τον άφησαν λοιπόν ελεύθερο.

Ο Αντρέι Τσικατίλο ανήκε στους λεγόμενους μη-εκκριτικούς ανθρώπους (non-secretors). Εν συντομία, σε αυτά τα άτομα η ομάδα αίματός τους διαπιστώνεται μόνο μέσω της τυπικής εξέτασης αίματος και δεν υπάρχει η ίδια στα υπόλοιπα σωματικά τους υγρά (σπέρμα, σάλιο κτλ).

Ο δεύτερος κύκλος δολοφονιών και η τελική πράξη

Ο Τσικατίλο ελέυθερος ξανά και με την άνεση της ατιμωρησίας του συνέχισε ακάθεκτος την φρικτή του δράση. Μεσολάβησε ένα διάλειμμα 2 χρόνων μέχρι το 1987 και μετά συνέχισε τις δολοφονίες μέχρι το 1990.

Καθώς πλέον γνωρίζει ότι οι σταθμοί τρένων και λεωφορείων παρακολουθούνται από την αστυνομία, αρχίζει να επιτίθεται στα επόμενα θύματά του σχεδόν οπουδήποτε. Ένα 8χρονο αγόρι μαχαιρωμένο στην άκρη του δρόμου, μια ιερόδουλη στραγγαλισμένη σε ένα ερημικό στενό, μια φοιτήτρια κακοποιημένη σεξουαλικά σε ένα δασύλλιο, δύο 10χρονα αγόρια ακρωτηριασμένα σε ένα άλλο.

Και η λίστα των μακάβριων ανακαλύψεων δεν είχε τελειωμό με την αστυνομία να μετράει μέχρι τότε πάνω από 30 θύματα, που είχαν δολοφονηθεί με τον χαρακτηριστικό τρόπο του «κόκκινου αντεροβγάλτη».

Τόσα συνεχόμενα και φρικτά περιστατικά κακοποίησης παιδιών και γυναικών δεν θα μπορούσαν να μείνουν για καιρό μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας. Άρχισαν να κυκλοφορούν όλο και περισσότερες ιστορίες και ο κόσμος άρχισε να εξαγριώνεται. Τα μέσα ενημέρωσης ασκούσαν πίεση στο κράτος να διαλευκάνει την υπόθεση το συντομότερο.

Ο Burakov έβαλε μπρος ένα νέο σχέδιο. Επάνδρωσε περίπου 350 αστυνομικούς και τους σκόρπισε σε διάφορα μέρη να παρακολουθούν τις περιοχές με εμφάνιση τυχαίων πολιτών, ταξιδιωτών, αγροτών, ξυλοκόπων. Παρά τη στενή αστυνόμευση, ο Τσικατίλο συνέχισε να αφήνει πίσω του θύματα. Άλλα δύο 16χρονα αγόρια βρίσκονται τις επόμενες μέρες ακρωτηριασμένα και κακοποιημένα με τον σύνηθη τρόπο του καταζητούμενου δολοφόνου.

6 Νοεμβρίου 1990

Ο Τσικατίλο μόλις έχει σκοτώσει την 22χρονη Svetlana Korostik σε ένα δασάκι κοντά σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τον παρατηρεί ένας αστυνομικός και του ζητάει τα στοιχεία του, καθώς του φάνηκε ύποπτος. Δεν είχαν ακόμα αρκετά στοιχεία για να τον συλλάβουν, όμως τον είχαν υπό στενή παρακολούθηση.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1990 τελικά τον συνέλαβαν.

Μετά από 9 μέρες ανάκρισης, στις οποίες ο Τσικατίλο δεν παραδέχεται τίποτα, τελικά ομολογεί όλους τους φόνους του έναν προς έναν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και ήταν αρκετά περισσότεροι από αυτούς που μέχρι τότε υπολόγιζε η αστυνομία. Ομολόγησε 56 φόνους νεαρών αγοριών, κοριτσιών και γυναικών από το 1978 ως το 1990.

Υπέδειξε με χαρακτηριστική ακρίβεια στην αστυνομία τους τόπους των εγκλημάτων και τον τρόπο με τον οποίο δολοφόνησε καθένα από τα θύματά του, ενώ ήταν σε θέση να ζωγραφίζει τα φρικτά σκηνικά που είχε αφήσει πίσω του επιβεβαιώνοντας γνωστές και άγνωστες λεπτομέρειες γι’ αυτά.

Σόκαραν τους πάντες οι γλαφυρές περιγραφές του για την ηδονή που ένιωθε βλέποντας το αίμα των θυμάτων του, ακούγονταν τις κραυγές τους και νιώθοντας τελικά την καρδιά τους να σταματά…

Ο Αντρέι Τσικατίλο ήταν ο «μακελάρης του Rostov», δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία.

Για 60 ημέρες μεταφέρθηκε στη Μόσχα και τέθηκε υπό ψυχιατρική παρακολούθηση. Διαγνώστηκε με διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, που φαίνεται πως ήταν απόρροια της γενετήσιας βλάβης στο κεφάλι του, όμως το συμπέρασμα ήταν ότι είχε πλήρη συναίσθηση των όσων έκανε.

Η δίκη και η (επιεικής) εκτέλεση

Η δίκη του Τσικατίλο ξεκίνησε στις 14 Απριλίου του 1992, όταν η Σοβιετική Ένωση είχε πλέον καταρρεύσει. Στην αίθουσα του δικαστηρίου ο Τσικατίλο βρισκόταν μέσα σε ένα σιδερένιο κλουβί, για να τον προστατέψουν από τους εξαγριωμένους συγγενείς των θυμάτων και το πλήθος που αλυχτούσε εναντίον του.

Η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της δίκης ήταν αλλοπρόσαλλη, προφανώς σε μια προσπάθεια να δώσει το show ενός ανθρώπου που δεν είχε σώας τας φρένας.

Τη μια στιγμή φώναζε και μιλούσε αδιάκοπα και χωρίς ειρμό κατηγορώντας τον Στάλιν, την οικογένειά του, το αίμα του. Την άλλη στιγμή τραγουδούσε και την επόμενη καθόταν αμίλητος με πλήρη απάθεια. Κάποια στιγμή άνοιξε το παντελόνι του επιδεικνύωντας τα γεννητικά του όργανα στους γύρω του. Σε ένα οργισμένο του ξέσπασμα αρχίζει να φωνάζει ότι τους έκανε χάρη που απάλλαξε την κοινωνία από άχρηστα άτομα.

Το δικαστήριο δεν πείθεται πως έχει απέναντί του έναν τρελό και στις 15 Οκτωβρίου του 1992 τον κρίνει ένοχο για 52 φόνους και τον καταδικάζει σε θάνατο για καθένα από αυτούς.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 1994 εκτελείται με μια σφαίρα στο κεφάλι. Έτσι απλά, γρήγορα και ανώδυνα. Σίγουρα όχι με τον ίδιο τρόπο που ξεψύχησαν τα δεκάδες ανυπεράσπιστα θύματά του…

Αντί επιλόγου: Αν δεν χορτάσατε αρκετά τον σημερινό μας ψυχάκια, μπορείτε να πάρετε μια ακόμα γεύση της υπόθεσής του μέσα από τις ταινίες «Citizen X» (1995) και «Evilenko» (2004).

 

Αν θέλεις να δεις κάποια συγκεκριμένη υπόθεση στις “Ιστορίες για αγρίους” στείλε e-mail στο info@montelaki.gr με θέμα “Ιστορίες για αγρίους”.

Η ενότητα «Ιστορίες για αγρίους» παρουσιάζει ανθρώπους που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τα εγκλήματά τους. Με μια δόση χιούμορ δίνουμε μια πιο ανάλαφρη διάθεση στην αφήγηση, χωρίς φυσικά να αναιρούμε την σοβαρότητα των γεγονότων ή να παίρνουμε θέση σε αυτά.

Στόχος μας είναι η ενημέρωση και ο προβληματισμός. Αφήνοντας στην άκρη τα βίαια σκηνικά, να ερευνήσουμε την περιπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και το πως κανείς μπορει να βγει εκτός ορίων υπό ορισμένες συνθήκες.