Η Harriet Martineau γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου 1802 στο Norwich της Αγγλίας και ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας της είχε ένα εργοστάσιο υφασμάτων και η ατμόσφαιρα στο σπίτι χαρακτηριζόταν από εργατικότητα, πνευματική καλλιέργεια και αυστηρότητα, ως προς το ήθος.

Η Harriet ήταν έξυπνη αλλά το γεγονός ότι γεννήθηκε φιλάσθενη την έκανε να νιώθει αρκετά δυστυχισμένη τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Δεν είχε αίσθηση της γεύσης και της όσφρησης ενώ σε εξίσου νεαρή ηλικία υπέστη και μερική κώφωση, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί ειδικό ακουστικό «κέρας».

Εντούτοις, η κώφωσή της επιβεβαιώθηκε όταν εκείνη ήταν 20 χρονών…

Στα 16 της, μετακόμισε για ένα διάστημα στην αδελφή του πατέρα της, Miss Kentish, που διεύθυνε ένα σχολείο στο Bristol, όπου γνώρισε αρκετούς καλοσυνάτους και ταλαντούχους ανθρώπους, και αυτό την βοήθησε να βελτιωθεί η ψυχολογία της και να νιώσει πιο χαρούμενη.

Το 1829 η επιχείρηση του πατέρα της έκλεισε, κι εκείνος για να την βοηθήσει να σταθεί στα πόδια της προσπάθησε να την πείσει να γίνει σύζυγος του John Hugh Worthington. Εκείνη δίστασε αρχικά, μετά δέχτηκε αλλά τελικά άλλαξε γνώμη.

Ένιωθε πως έπρεπε να ορίζει μόνη της το τι θα κάνει στην ζωή της, πως ήταν ικανή να εργαστεί κι ότι δεν είχε ανάγκη να ζει παρασιτικά.

Αυτό την ώθησε να αρχίσει να γράφει τις σκέψεις της ανώνυμα για το περιοδικό «Monthly Repository» και 2 χρόνια μετά δημοσίευσε το «Devotional Exercises and Addresses, Prayers and Hymns».

Τα κείμενά της ήταν τόσο επιτυχημένα που όχι μόνο κατάφερε να έχει έσοδα αλλά να βραβευτεί 3 φορές από την Unitarian Association.

Στην πορεία, και μετά από το θάνατο του πατέρα της, η Harriet μετακόμισε στο Λονδίνο, για να εργαστεί κανονικά στο περιοδικό και ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής.

Παράλληλα, μιας και η συγγραφική της ανησυχία δεν μπορούσε να καλυφθεί με την νέα θέση που είχε αναλάβει, ξεκίνησε να γράφει θρησκευτικά βιβλία.

Οι ιδέες της όμως και οι πεποιθήσεις της για κοινωνική μεταρρύθμιση την οδήγησαν στη συγγραφή βιβλίων με πολιτικά και οικονομικά θέματα, το «Illustrations of Political Economy» και το «Illustrations of Taxation». Μέσα από αυτά φαινόταν το πάθος της για την ανάλυση της κοινωνίας και η ανάγκη της να εκφράσει την κοσμοθεωρία και την φιλοσοφία της.

Τα πρώτα της έργα στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία, παρά το γεγονός ότι για τέτοια θέματα έγραφαν αποκλειστικά άνδρες. Το γεγονός ότι κατάφερε να περάσει τα 1500 αντίτυπα εξέπληξε τους εκδότες της εποχές αφού τελικά ξεπέρασε σε πωλήσεις και τον Charles Dickens.

Από το 1832 και για 2 χρόνια είχε ξεκινήσει την σειρά οικονομικών βιβλίων «Poor Laws and Paupers Illustrated» την οποία συνέγραψε με τον αδερφό της με σκοπό να ανατρέψουν τις οικονομικές πολιτικές που ακολουθούσε η κυβέρνηση.

Μετά την ολοκλήρωση της σειράς και για να εμπλουτίσει τις σκέψεις της αποφάσισε να περάσει τα επόμενα 2 χρόνια ταξιδεύοντας στις ΗΠΑ, για να γνωρίσει ανθρώπους όλων των τάξεων και να εξερευνήσει άγνωστα πράγματα. Οι νέες της εμπειρίες όντως την ενέπνευσαν τόσο πολύ που κατέγραψε όλα της τα ευρήματα.

Έγραψε τις μελέτες «Society in America» και «Retrospect of Western Travel», και το έργο «How to Observe Morals and Manners«.

Σε αυτά υιοθέτησε την και παρουσίασε με δικό της τρόπο την ιδέα της «Κατάργησης της Δουλείας» απορρίπτοντας έντονα τον δημοφιλή οικονομικό φιλελευθερισμό, όπως επίσης και το δικαίωμα των γυναικών στην εκπαίδευση.

Δυστυχώς η υγεία της κλονίστηκε ξανά. Από το 1839 και για 5 ολόκληρα χρόνια υπέφερε από πόνους στις ωοθήκες και για να ελαττώσει τον πόνο χρησιμοποιούσε ναρκωτικά. Παρόλα αυτά, δεν άφησε το πρόβλημά της να την εμποδίσει από το γράψιμο.

Την συγκεκριμένη περίοδο κατάφερε να ολοκληρώσει τα μυθιστορήματα “Deerbrook” και “The Hour and the Man: An Historical Romance”, μια σειρά παιδικών βιβλίων και το εγχειρίδιο “Life in the Sickroom: Essays by an Invalid”, μια αυτοβιογραφική παρουσίαση μέσω της οποίας συμβούλευε τους αναγνώστες της πως να αντιμετωπίζουν με θάρρος τα θέματα υγείας καθώς επίσης και πώς πρέπει να συμπεριφέρονται σε έναν ασθενή.

Το συγκεκριμένο εγχειρίδιο δέχτηκε δριμύτατη κριτική καθώς παρουσίαζε την γυναίκα δυναμική και κατέχουσα τον έλεγχο των πραγμάτων. Μιας και εκείνη την περίοδο η γυναίκα ήταν το ασθενές φύλο και οι άντρες είχαν τον έλεγχο και την ευθύνη της ζωής τους, διέδωσαν ότι η ασθένεια της την είχε επηρεάσει και διανοητικά, σε μια προσπάθεια να απαξιώσουν το έργο της.

Το 1844, έχοντας εξαντλήσει άλλες μεθόδους και θεραπείες, υποβλήθηκε σε υπνωτισμό και λίγο καιρό μετά ο πόνος εξαφανίστηκε. Η απαλλαγή της από τη δύσκολη ασθένεια, συνοδεύτηκε με μετακόμιση στο Lake District όπου έχτισε ένα σπίτι, το Knoll.

Ακολούθησε το 1846 ένα ταξίδι διάρκειας 8 μηνών στην Εγγύς Ανατολή μαζί με ένα γκρουπ φίλων. Εκεί έμαθε για την αιγυπτιακή θρησκεία, επισκέφτηκε μέρη αναφερόμενα στη Βίβλο, και αναθεώρησε τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Η γνώση και οι εμπειρίες που έλαβε εκείνο το διάστημα την έκαναν να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η θρησκεία δεν έχει αποκαλυφθεί άλλα έχει εξελιχθεί.

Επηρεασμένη από όσα είδε και έζησε εκεί έγραψε το βιβλίο «Eastern Life, Present and Past» στο οποίο εξέφρασε την κοσμοθεωρία της για την θεία δύναμη και την εξέλιξη των ανθρώπων, με και χωρίς τις θρησκείες.

Τα επόμενα χρόνια παρουσίασε την πιο συγκροτημένη επιστημονικά εργασία της “The Positive Philosophy of Auguste Comte», που περιέχει τη δική της ερμηνεία για το έργο του Comte “Cours de philosophie positive” και το «The History of the Thirty Years Peace» που είχε μεγάλη απήχηση.

Το «The History of the Thirty Years’ Peace» γράφτηκε σε βάθος 30 ετών (1816-1846) και περιγράφει με βαθιά φιλοσοφική προσέγγιση διάφορα θέματα της ζωής. Χαρακτηρίστηκε ως έργο με αρρενωπό τρόπο έκφρασης και σκέψης, αφού οι γυναίκες δεν εξέφραζαν τέτοιες σκέψεις.

Εξίσου σημαντικό έργο ήταν και το «Household Education» στο οποίο παρουσίαζε ριζοσπαστικές απόψεις για την πρέπουσα συμπεριφορά και τα καθήκοντα της νοικοκυράς, την εκπαίδευση των γυναικών όπως και μερικούς κανόνες για την ανατροφή των παιδιών, αντιτιθέμενη σε μεγάλο βαθμό στα πρότυπα της εποχής.

Το 1854, η Martineau αρρώστησε ξανά και τελικά έμεινε ανάπηρη για το υπόλοιπο της ζωής της. Παρόλα αυτά δεν σταμάτησε την δημοσιογραφική της πορεία, που ήδη -από το 1852- είχε ξεκινήσει σε συνεργασία την “Daily News”. Η καριέρα της στην συγκεκριμένη εφημερίδα, εμπλουτίστηκε -για τα επόμενα 16 χρόνια- με πάνω από 1500 άρθρα.

Παράλληλα έστελνε άρθρα σχετικά με την εργασία των γυναικών στην “Edinburgh Review” και για την εκπαίδευση των κοριτσιών στο “Cornhill Magazine”.

Η μακρά της πορεία για στην διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών για τις γυναίκες, κορυφώνεται το 1866 όταν και υπέβαλλε αίτηση μαζί με τις Dorothea Beale, Elizabeth Garrett Anderson, Francis Mary Buss και Emily Davies, ζητώντας από το Κοινοβούλιο την αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου για τις γυναίκες.

Επίσης, προσπαθούσε να προωθήσει την ιδέα της νόμιμης πορνείας με ειδικές άδειες ώστε να περιοριστεί η εκμετάλλευση των γυναικών, σε μια προσπάθεια να συμβάλει στην δημιουργία ειδικού νόμου που σε περίπτωση εκμετάλλευσης να καταγγέλλεται ο πελάτης και όχι η γυναίκα.

Η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της, ανάγκασε την Martineau να αποσυρθεί από το γράψιμο το ίδιο έτος. Ωστόσο, το μικρόβιο της έκφρασης την συνόδευε μέχρι τις τελευταίες της μέρες, γράφοντας κατά καιρούς γράμματα τα οποία και έστελνε προς δημοσίευση.

Ούσα ταλαιπωρημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα από διάφορες μικρές παθήσεις και μια σοβαρή κι επίμονη βρογχίτιδα, άφησε την τελευταία της πνοή τις 27 Ιουνίου 1876.

Η αυτοβιογραφία της, ενώ την είχε συντάξει 20 χρόνια πριν, δημοσιεύτηκε κατ’ επιθυμίαν της μετά το θάνατό της, το 1877.

Κι ενώ η Harriet Martineau υπήρξε αρκετά δημοφιλής και σημαίνουσα διανοούμενη προσωπικότητα και συγγραφέας, η συμβολή της στην κοινωνιολογία μπήκε στο περιθώριο από το ανδροκρατούμενο καθεστώς εκείνης της περιόδου, το οποίο απέκλειε τις γυναίκες από τις επιστήμες και πόσο μάλλον από τις σημαντικές θέσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Έτσι, στα πρώτα στάδια ανάπτυξης της κοινωνιολογίας δεν αναγνωρίστηκε και δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψιν το έργο της.

Παρόλα αυτά, σήμερα έχει ευρέως διατυπωθεί η άποψη ότι ήταν από τους πρώτους που διεξήγαγαν συστηματική, επιστημονική κοινωνική έρευνα σε Ευρώπη και Αμερική. Σημάδεψε την επιστήμη της κοινωνιολογίας και έδειξε πώς οι θεμελιώδεις ηθικές αξίες συμβάλουν στη διαμόρφωση των βασικών θεσμικών διευθετήσεων και πως η μελέτη της κοινωνίας αποτελεί διακριτό επιστημονικό πεδίο.

Οι μάχες της για την κοινωνική ισορροπία ήταν εμφανείς.

Στάθηκε ένθερμη υποστηρίκτρια των δικαιωμάτων των γυναικών και μέσα από τη συγκριτική ανάλυση που πραγματοποίησε, άνοιξε το δρόμο της ανάπτυξης της ιδέας του φεμινισμού και έδωσε αγώνα για την ισότητα των δύο φύλων.

Μέσα από τις δηλώσεις της και τις διατυπώσεις της άλλαξαν οι κοινωνιολογικές θέσεις για το γάμο, τα παιδιά, την οικογενειακή και θρησκευτική ζωή καθώς και τις φυλετικές διακρίσεις.