Το λογοτεχνικό έργο της Πηνελόπης Δέλτας αποτελεί έναν διαχρονικό θησαυρό και τομή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, που δεν έχει χάσει ίχνος της αίγλης του μέχρι σήμερα. Η ίδια μια γυναίκα με ηθικές αρχές, όραμα, αγάπη για την πατρίδα, αλλά και μια ταλαιπωρημένη ψυχολογία που σημάδεψε την ενήλικη ζωή της…

Μια σύντομη βιογραφία

Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Πατέρας της ήταν ο επιχειρηματίας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης Εμμανούηλ Μπενάκης και μητέρα της η Βιργινία Χωρέμη, γόνος ισχυρής οικογένειας εμπόρων της περιοχής. Η Πηνελόπη είχε άλλες δύο αδερφές και τρεις αδερφούς.

Μεγαλώνοντας σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον είχε την δυνατότητα να πάρει πλούσια μόρφωση και πνευματική καλλιέργεια.

Ήταν γενικότερα ένα υποδειγματικό παιδί, όμως η ανατροφή που έλαβε από τους γονείς της, και κυρίως από τη μητέρα της, ήταν αυταρχική, σκληρή και ιδιαίτερα αυστηρή. Αυτό ήταν αιτία να διαμορφώσει μια εύθραυστη προσωπικότητα, που συχνά την οδηγούσε σε σκέψεις και τάσεις προς τον θάνατο.

Σε διάφορες φάσεις της ενήλικης ζωής της φαίνεται πως έφτασε σε τέτοιο ψυχολογικό αδιέξοδο, που θέλησε να βάλει η ίδια ένα οριστικό τέλος. Παρά όμως τις εσωτερικές της αυτές διαταραχές, η Πηνελόπη ήταν πάντα μια γυναίκα με αυστηρή ηθική, ευγένεια, σοβαρότητα και υποδειγματική συμπεριφορά.

Το 1882 η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα, όπου έμεινε για μερικά χρόνια.

Στα 21 της χρόνια και με επιταγή των γονιών της, η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον επιφανή Φαναριώτη έμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες, τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου).

Παρόλο που η ίδια δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τις κοσμικές ματαιότητες που χαρακτήριζαν τον κύκλο της, η Πηνελόπη διατηρούσε μια καθώς πρέπει συμπεριφορά. Ακολουθώντας τον σύζυγό της στις κοινωνικές του υποχρεώσεις και σε διάφορες εκδηλώσεις, ήρθε κι εκείνη σε επαφή με πολλούς σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και διανοούμενους της εποχής.

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας 

Πριν ακόμα αρχίσει να εκδίδει τα βιβλία της, μεσολάβησε η γνωριμία της με τον Ίωνα Δραγούμη. Συναντήθηκαν στην Αλεξάνδρεια το 1905 και αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένας μεγάλος έρωτας, που όμως έμεινε πλατωνικός και ανεκπλήρωτος. Το ήθος και οι αρχές της δεν της επέτρεψαν να απαρνηθεί την οικογένειά της. Για αρκετά χρόνια η φλόγα αυτού του έρωτα διατηρήθηκε δυνατή μέσα από τις επιστολές που αντάλλασαν. Όταν ο Δραγούμης συνδέθηκε με την Μαρίκα Κοτοπούλη, η Πηνελόπη άρχισε να καταρρέει ψυχολογικά.

«Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει «τιμή» και «λόγος». Ξέρω μόνο πως σ’ αγαπώ, τ’ ακούς, Ίων; (…) Το ξέρω πως είμαι τρελή μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει.»

Το 1941, 20 χρόνια μετά τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη και λίγο πριν το δικό της τέλος, ο αδερφός του Φίλιππος Δραγούμης της εμπιστεύτηκε τα ημερολόγια και όλο το αρχείο του αδερφού του. Η Πηνελόπη τα μελέτησε και πρόσθεσε σε αυτά περίπου 1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη.

Συγγραφικό έργο

Το ταλέντο της Πηνελόπης στη συγγραφή ήταν εμφανές και έμφυτο από την παιδική της ηλικία. Το συγγραφικό της έργο της έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του παιδικού βιβλίου από εκείνη την εποχή και μετά και η ίδια χαρακτηρίστηκε δικαίως ως η «συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων».

Η γραφή της απλή, άμεση, ζωντανή, κατανοητή, ευχάριστη. Τα θέματα των βιβλίων της κινούνταν πάντα γύρω από την ιστορία της Ελλάδας. Με υπέρτατη αγάπη και σεβασμό προς την πατρίδα, η Πηνελόπη Δέλτα μελετούσε τα ιστορικά στοιχεία, στα οποία αναφερόταν, προσπαθώντας να πετύχει το απαιτητικό πάντρεμα της ιστορίας με τη φαντασία. Και σίγουρα τα κατάφερε.

Σκοπός της ήταν μέσα από τη μυθιστορηματική αφήγηση να φέρει τα παιδιά κοντά στην ιστορία της χώρας μας βοηθώντας τα να αποκτήσουν ουσιαστικές γνώσεις και να αναπτύξουν το ενδιαφέρον τους για μόρφωση.

Εισήγαγε λοιπόν στην Ελλάδα το παιδικό βιβλίο σε μια εποχή που τα παιδιά αντλούσαν κυρίως «αναγκαστικές» γνώσεις από τα σχολικά εγχειρίδια και που η παιδική λογοτεχνία αποτελούταν κυρίως από μεταφράσεις ευρωπαϊκών έργων, που δεν είχαν καμία σχέση με την εθνική μας παράδοση.

Το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Για την Πατρίδα» κυκλοφόρησε το 1909.

Για αρκετά χρόνια η Πηνελόπη Δέλτα αλληλογραφούσε με τον Γάλλο βυζαντινολόγο Gustave-Leon Schlumberger, ο οποίος έχει κάνει σημαντικές έρευνες πάνω στη βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο. Με τη δική του βοήθεια συνέλεξε σημαντικά στοιχεία για τα μυθιστορήματά της που αναφέρονται στην βυζαντινή ιστορία («Για την Πατρίδα», 1909 και «Στον καιρό του Βουλγαροκτόνου», 1911).

Το 1910 ακολούθησε το αγαπημένο, διαχρονικό και αλληγορικό «Παραμύθι Χωρίς Όνομα». Σε αυτό το βιβλίο η Πηνελόπη Δέλτα αποτύπωσε ευφάνταστα το όραμά της σχετικά με την ανάγκη μιας εθνικής αναδιοργάνωσης μετά τα τελευταία γεγονότα που είχαν κλονίσει το σκηνικό στην Ελλάδα (στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί).

Το βασιλόπουλο (Συνετός Β’), που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο, είναι εμπνευσμένο από τον ανεκπλήρωτο έρωτά της, Ίωνα Δραγούμη. Η ίδια είχε δηλώσει ότι αυτή η ιστορία γράφτηκε μέσα σε 10 μέρες, στις οποίες εκείνη είχε βυθιστεί σε κατάθλιψη μετά τη διακοπή της σχέσης της με εκείνον.

Το 1932 κυκλοφόρησε το εξίσου δημοφιλές βιβλίο της «Τρελαντώνης», ένα μυθιστόρημα που διηγείται τις περιπέτειες του αδερφού της Αντώνη Μπενάκη ένα καλοκαίρι που είχε έρθει με τα αδέρφια του από την Αίγυπτο στην Ελλάδα.

Στο βιβλίο της «Ο Μάγκας» (1935) περιγράφει τη ζωή στην Αλεξάνδρεια μέσα από τα μάτια του σκύλου της οικόγενειας, ενώ στα περίφημα «Μυστικά του Βάλτου» (1937) αναφέρεται στον Μακεδονικό Αγώνα και τις μάχες στη λίμνη των Γιαννιτσών.

Η έρευνά της για το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν εκτενέσταση και σημαντικής ιστορικής σημασίας. Χρησιμοποίησε φωτογραφίες και επιστολές, μαρτυρίες των επιζήσαντων αγωνιστών, καθώς και το σχετικό αρχείο του Αγώνα που διέθετε το Υπουργείο Εξωτερικών.

Το τελευταίο της μυθιστόρημα «Οι Ρωμιοπούλες» ολοκληρώθηκε το 1939 και πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό έργο χωρισμένο σε τρεις τόμους, που ο καθένας αναφέρεται σε μια διαφορετική χρονική περίοδο. Αυτό το βιβλίο της εκδόθηκε πρώτη φορά 75 χρόνια μετά τον θάνατό της από τον δισέγγονό της Αλέκο Π. Ζάννα.

Τα περισσότερα βιβλία της γνώρισαν εξαιρετική απήχηση σε παιδιά και μεγάλους και αποτελούν αγαπημένες επιλογές μέχρι και σήμερα. Η ίδια συνέβαλε με κάθε τρόπο στην προώθηση των γραμμάτων και του πολιτισμού, τόσο μέσω των βιβλίων της, όσο και με τη συμμετοχή της σε πολλά επιστημονικά σωματεία και εταιρείες.

Αγάπη για την πατρίδα

Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν βαθιά φιλόπατρης. Η αγάπη της για την πατρίδα δεν αποτυπώνεται μόνο στο συγγραφικό της έργο, αλλά και σε όλο το φάσμα της επαγγελματικής και προσωπικής της πορείας, όπως επίσης και στον θάνατό της.

Την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων ήταν επικεφαλής στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και προσέφερε τις υπηρεσίες της στον αγώνα με όποιον τρόπο μπορούσε. Οργάνωνε συσσίτια, περιέθαλπε τραυματίες, ενώ βοήθησε και στην παλλινόστηση των Ελλήνων ομήρων που βρίσκονταν στα βουλγάρικα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή προσπάθησε να φροντίσει τους ξεριζωμένους Έλληνες προσφέροντας σε αρκετές οικογένειες στέγη και τροφή στην οικογενειακή της ιδιοκτησία.

Το τραγικό τέλος

Το 1925 η Πηνελόπη Δέλτα αρχίζει να παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας που την ταλαιπώρησε μέχρι τον θάνατό της, της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Στις 27 Απριλίου του 1941 τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν στην Αθήνα. Η υποδούλωση της πατρίδας της ήταν ένα τελειωτικό χτύπημα στην ήδη ταραγμένη ψυχολογική και σωματική κατάσταση της αγαπητής συγγραφέα.

Την ίδια κιόλας μέρα προσπάθησε να αυτοκτονήσει παίρνοντας δηλητήριο και κατέληξε στο νοσοκομείο. Τελικά έφυγε από τη ζωή πέντε μέρες αργότερα, στις 2 Μαΐου του 1941.

Παρά την πολυτάραχη ζωή της και την ταραγμένη της ψυχολογία, η συγγραφική της έμπνευση και ικανότητα φαίνεται αστείρευτη και αναμφισβήτητα δημιουργική. Τα βιβλία της μεταδίδουν διαχρονικά μηνύματα και αξίες (τιμή, καθήκον, αγάπη στην πατρίδα κ.τ.λ.) και αποτελούν ευχάριστα αναγνώσματα με διδακτικό χαρακτηρά, που ξεχωρίζουν μέχρι και σήμερα.