Η Anna Maria Grosholtz γεννήθηκε 1 Δεκεμβρίου του 1761 στο Strasbourg, ορφανή από πατέρα καθώς 2 μήνες πριν γεννηθεί, ο πατέρας της σκοτώθηκε στον Επταετή Πόλεμο.

Σε ηλικία 6 ετών εγκαταστάθηκε στην Bern όπου βρήκε εργασία η μητέρα της ως εσωτερική οικιακή βοηθός στο σπίτι του γιατρού Philippe Curtius. Ο γιατρός κατασκεύαζε μοντέλα από κερί για το μάθημα της ανατομίας και δίπλα του η Anna Maria άρχισε να μαθαίνει την τέχνη της κηροπλαστικής.

Το 1765 ο γιατρός μετακόμισε στο Παρίσι όπου και επέκτεινε την δραστηριότητα του με τις κέρινες δημιουργίες ιδρύοντας την επιχείρηση Cabinet de Portraits En Cire, ένα εργαστήριο-γκαλερί με κέρινα ομοιώματα, τα οποία, ως επί το πλείστον, ήταν της βασιλικής οικογένειας.

Το παλιότερο ομοίωμα που υπάρχει σήμερα ανήκει στην Madame du Barry, την τελευταία σύντροφο του βασιλιά Louis XV.

Ένα χρόνο μετά τον ακολούθησαν η Anna Maria με την μητέρα της. Το 1770, η γκαλερί παρουσίασε την πρώτη έκθεση μιας μικρής συλλογής δημιουργιών η οποία προσέλκυσε πλήθος κόσμου. Έτσι, το 1776 μεταφέρθηκε στο Palais Royal ενώ το 1782, ιδρύθηκε ένα παράρτημά της, το Cavern of the Grand Thieves (ένας προπομπός του Chamber of Horrors, του μουσείου Tussaud).

Η Anna Maria έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά. Ήταν εκείνη που του έδωσε την ιδέα της απασχόλησης αποκλειστικά με την κηροπλαστική και τα ομοιώματα, μέσα από το ταλέντο της και τις δημιουργίες της. Τα περισσότερα εκθέματα της γκαλερί του ήταν δικά της!


Σε ηλικία 16 ετών κατασκεύασε ένα πιστό αντίγραφο του Voltaire και μέσα σε 4 χρόνια το ταλέντο της ήταν ήδη γνωστό στους αριστοκρατικούς κύκλους.

Από το 1780 μέχρι και το 1789, η Anna Maria δημιούργησε τα πορτραίτα πολλών διάσημων της εποχής όπως του Jean-Jacques Rousseau και του Benjamin Franklin. Με την έναρξη όμως της Γαλλικής Επανάστασης θεωρήθηκε φιλοβασιλική, λόγω των δημιουργιών της, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.

Λίγες ώρες πριν εκτελεστεί, ο Curtius κατάφερε να αντιστρέψει την απόφαση της εκτέλεσής της. Πιστοποίησε το γεγονός ότι δεν είναι φιλοβασιλική και εγγυήθηκε ότι η Anna Maria ήταν πρόθυμη να εργαστεί για τους επαναστάτες. Τους πρότεινε να αξιοποιήσουν το ταλέντο της και να την αφήσουν να τους φτιάχνει μάσκες θανάτου των εκτελεσθέντων.

Εκείνη έφτιαξε τις μάσκες των Louis XVI, Marie Antoinette, Marat και Robespierre.

Οι περιβόητες μάσκες θανάτου, προέρχονται από μια πραγματικά αποκρουστική και φρικαλέα διαδικασία.

Έπαιρνε τα κεφάλια των εκτελεσθέντων από τα καλάθια των λαιμητόμων, τα κάλυπτε με καυτό κερί και δημιουργούσε αληθοφανείς μάσκες, τις οποίες κρατούσαν ως τρόπαιο των κατορθωμάτων τους οι εκτελεστές.

Συχνά, τις μάσκες αυτές τις χρησιμοποιούσαν προς παραδειγματισμό κρεμώντας τες τους δρόμους για να υπενθυμίζουν την πτώση της βασιλείας.

Το 1794, ο Dr. Philippe Curtius πέθανε και άφησε όλα του τα υπάρχοντα στην Anna Maria, ανάμεσά στα οποία ήταν η εταιρία των κέρινων ομοιωμάτων.

Έναν χρόνο μετά, παντρεύτηκε τον Γάλλο μηχανικό Francois Tussaud και απέκτησε μαζί του τρία παιδιά, εκ των οποίων το ένα το έχασε κατά την γέννα. Ανέλαβε την ανατροφή των 2 παιδιών της, Joseph και François, ωστόσο, η ίδια ήθελε να συνεχίσει να δημιουργεί κέρινα έργα και αποφάσισε το 1802 να πάρει τον Joseph και να κανει περιοδεία στην Αγγλία.

Ανέπτυξε συνεργασία με το Lyceum Theater, όπου παρουσίαζε μια έκθεση με σκηνές αποκεφαλισμού. Αυτή η έκθεση συγκλόνισε τη κοινωνία της Αγγλίας και εκτόξευσε τη φήμη της Tussaud.

Παράλληλα ο σύζυγός της συνέχισε την λειτουργία της έκθεσης στο Παρίσι αλλά δεν έκανε καλή διαχείριση των εσόδων, τα οποία ξόδευε άσκοπα και αλόγιστα. Έτσι, η Anna Maria σκέφτηκε να επιστρέψει για να ρυθμίσει τα πράγματα αλλά βρέθηκε παγιδευμένη στην περίοδο του Ναπολεόντειου Πολέμου και δεν κατάφερε να επιστρέψει.

Μόλις το 1822, κατάφερε να βρεθεί ξανά με τον δεύτερο γιο της, François, ενώ με τον σύζυγό της δεν είχαν ξανά επαφή μέχρι τον θάνατό της.

Το 1835, μετά από 33 συνεχόμενα έτη περιοδειών στην Βρετανία και αφού είχε γίνει διάσημη για το έργο της, εγκαινίασε την πρώτη της μόνιμη έκθεση στην Baker Street του Λονδίνου, στο ίδιο μέρος που βρίσκεται και σήμερα.

Τρία χρόνια μετά έγραψε τα απομνημονεύματά της και το 1842, κατάφερε να κατασκευάσει το δικό της πορτραίτο το οποίο έχει τοποθετηθεί στην είσοδο του μουσείου σε ειδική προθήκη.

Κάποια από τα ομοιώματα που έκανε η ίδια εκτίθενται ακόμα στο μουσείο.

Γνώρισε μεγάλη απήχηση το εγχείρημά της και το όνειρό της ήταν πια πραγματικότητα. Συνέχισε να εργάζεται γύρω από αυτό μαζί με τους γιους της μέχρι που στις 16 Απριλίου 1850 άφησε την τελευταία της πνοή ενώ κοιμόταν.

Έζησε το όνειρο και βυθίστηκε για πάντα σε αυτό.

Μετά από πολλούς κόπους και έντονες στιγμές, κατάφερε να σταθεί στα πόδια της με την πίστη στο ταλέντο της. Ανέπτυξε και προώθησε μια τέχνη η οποία, χάρις σε εκείνη, εξελίχθηκε και έγινε σημείο αναφοράς και θαυμασμού.

Το μουσείο Tussaud, έγινε και εξακολουθεί να είναι ένας από τους μεγαλύτερους και σημαντικότερους πόλους έλξης τουριστών του Λονδίνου. Εκτός από κέρινα ομοιώματα διαθέτει αρχείο πολιτιστικού ενδιαφέροντος, με ενδυμασίες, έργα τέχνης, έγγραφα και πολλά ακόμα αντικείμενα μιας άλλης εποχής, μεγαλώνοντας την έκθεση και όλα όσα πραγματεύεται.

Το Madame Tussads έχει επεκταθεί εκτός Αγγλίας και σήμερα υπάρχουν παραρτήματα σε Amsterdam, Beijing, Bangkok, Berlin, Blackpool, Sydney, Hong Kong, Las Vegas, San Francisco, Shanghai, Washington, New York, Orlando, Hollywood, Singapore, Vienna και New Delhi.

Πολλές προσωπικότητες, προκειμένου να τιμηθούν για όσα έχουν προσφέρει στον κλάδο τους, κατέχουν θέση με το κέρινο ομοίωμά τους σε ένα από τα μουσεία Tussaud.

Ο σημερινός ιδιοκτήτης τους είναι η εταιρία Merlin Entertainments, του ομίλου Blackstone Group.