Λίγοι μπορούσαν να διακρίνουν τον τρόμο που είχε απλωθεί στο σφιγμένο πρόσωπό της. Τα χαρούμενα χρώματα του φορέματός της έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την μουντή έκφραση που είχε πάρει. Πόσο παράταιρη έμοιαζε σε τούτον τον χώρο. Σε τούτον τον χώρο, όπου οι περισσότεροι γελούσαν και απολάμβαναν τις στιγμές και οι μεγάλοι γίνονταν ξανά παιδιά.

Ένας έντονος, μα εδώ και καιρό συνηθισμένος σε εκείνη, πονοκέφαλος την ανάγκασε να βγάλει ένα παυσίπονο από την δερμάτινη τσάντα της. Με φούρια το πέταξε μέσα στο στόμα, έτσι σκέτο δίχως νερό. Για κάποια δευτερόλεπτα νόμιζε ότι της στάθηκε στο στήθος, αφού ήταν αρκετά μεγάλο χάπι. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά απίθανο να συμβεί.

Το λούνα παρκ έσφιζε για άλλη μια χρονιά από κόσμο. Και πώς να μην ήταν έτσι! Στηνόταν από τον δήμο για πέντε μέρες συνδυάζοντας έτσι την τοπική γιορτή του πολιούχου με την διασκέδαση των κατοίκων, αλλά και το γέμισμα των ταμείων του.

Η γυναίκα ήταν έτοιμη να φύγει. Τελικά ήταν πολύ κακή η ιδέα που είχε, τι στο καλό γύρευε εδώ; Η παρουσία της στο λούνα παρκ ήταν τελικά δείγμα της ενοχής που εξακολουθούσε εδώ και τόσα χρόνια να κουβαλάει μέσα της.

Όλοι της έλεγαν πως έπρεπε να σταματήσει να απολογείται, πάνω από όλα στον ίδιο της τον εαυτό. Όλοι της έλεγαν πως έπρεπε επιτέλους να προχωρήσει παρακάτω.

“Αγάπη μου, μην ανεβαίνεις στο αλογάκι του καρουζέλ, θα πέσεις. Δεν το βλέπεις πόσο ψηλό είναι;”

Όχι, δεν ήταν της σαλεμένης φαντασίας της αποκύημα, το είχε ακούσει ξεκάθαρα! Η γυναίκα απέναντί της προσπαθούσε να πείσει τον μικρό της γιο να μην πλησιάσει στο ομολογουμένως υπερβολικά ψηλό αλογάκι.

Kρύος ιδρώτας άρχισε να την λούζει. Οι παλάμες της σφίχτηκαν σαν μέγγενες. Μπροστά της έβλεπε για άλλη μια φορά τον εφτάχρονο γιο της. Τα ίδια ακριβώς λόγια του είχε πει κι εκείνη, τότε πριν δέκα χρόνια…

Κι εκείνος; Κι εκείνος για άλλη μια φορά έκανε το δικό του και την παράκουσε. Πέντε λεπτά με το ρολόι καθυστέρησε, αφού της είχε πέσει το πορτοφόλι από την τσέπη της ζακέτας της. Έσκυψε να το πάρει. Έσκυψε για να μην χάσει κάποιες πενταροδεκάρες και τελικά θα έχανε το ίδιο της το παιδί.

Η έλλειψη ισορροπίας θα του στοίχιζε την ίδια του την ζωή. Η πτώση του από το αλογάκι του καρουζέλ θα την στοίχειωνε από τότε μέρα νύχτα.

 “Δεν βλέπεις ότι είναι πολύ ψηλό, γιατί δεν ακούς την μαμά σου; Άντε φύγε γρήγορα από το αλογάκι μην θυμώσω μαζί σου! Και ξέρεις γίνομαι πολύ κακιά όταν θυμώνω!”

Η μητέρα του ξένου αγοριού την κοιτούσε άναυδη από την κορυφή ως τα νύχια. Δεν επιδοκίμαζε τον τρόπο που είχε μιλήσει στο σπλάχνο της, τουλάχιστον όμως είχε αποτρέψει τον μπόμπιρά της από μια τόσο επικίνδυνη ανάβαση.

Η θλίψη που συντρόφευε επί δέκα χρόνια την γυναίκα απέκτησε ξαφνικά ελάχιστα εκατοστά απόσταση από την ίδια. Βαθιά μέσα της θεώρησε πως είχε σώσει ένα αγοράκι…