Η Σάρα Μπερνάρ ήταν μια από τις πρώτες γυναίκες που μπήκαν στον χώρο του κινηματογράφου και έχει χαρακτηριστεί ως η «πλέον περίφημη ηθοποιός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος». Η απήχησή της στο παγκόσμιο κοινό ήταν εντυπωσιακή, η ζωή της πολυτάραχη και συχνά κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες και σκάνδαλα γύρω από το όνομά της.

Η Σάρα Μαρία Εριέτα Ροζέν Μπερνάρ γεννήθηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1844. Ήταν εβραϊκής καταγωγής και νόθα κόρη μιας Ολλανδής πόρνης, της Ιουλίας Μπερνάρ (Youle). Η ταυτότητα του πατέρα της δεν έγινε ποτέ γνωστή.

Η ιδιαίτερη και απαιτητική ζωή της μητέρας της δεν είχε χώρο για ένα μωρό, έτσι η μικρή Σάρα εγκαταλείφθηκε σε ένα μοναστήρι. Μεγαλώνοντας εκεί σκεφτόταν ότι θα γινόταν κι εκείνη μοναχή.

Ένας όμως από τους πελάτες και πιθανόν εραστής της μητέρας της, ο Δούκας του Μορνύ, την παρακίνησε να γίνει ηθοποιός και στα 16 της χρόνια κανόνισε να ξεκινήσει μαθήματα στο Ωδείο δραματικής τέχνης του Παρισιού.

Καθώς δεν αποδείχτηκε και η καλύτερη μαθήτρια, η Σάρα άφησε το Ωδείο το 1862. Με τη βοήθεια και πάλι του Δούκα του Μορνύ γίνεται δεκτή στην περίφημη Comédie Francaise, την εθνική θεατρική σκηνή της Γαλλίας. Η παρουσία της εκεί πέρασε και πάλι απαρατήρητη, ενώ μόλις έναν χρόνο αργότερα το συμβόλαιό της με την θεατρική σκηνή έληξε οριστικά, γιατί χαστούκισε μια συνάδελφό της.

Αυτή την περίοδο η Μπέρναρ επέλεγε να κοιμάται συχνά μέσα σε φέρετρο, αφού, όπως έλεγε, αυτό την βοηθούσε να αντιλαμβάνεται καλύτερα τους τραγικούς ρόλους.

Η επόμενη προσπάθειά της να δουλέψει στο θέατρο ήταν στο Théâtre du Gymnase-Dramatique, όπου πλέον είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για το αν είχε τελικά τις ικανότητες να βρίσκεται σ’ αυτό τον χώρο. Εκείνοι οι μήνες εσωτερικής αναζήτησης την οδήγησαν να ακολουθήσει τα χνάρια της μητέρας της και να μπει στην πορνεία μέχρι το 1865.

Η ερωτική της επαφή με τον πρίγκιπα του Ligne καταλήγει στο να μείνει έγκυος και να αποκτήσει τον μοναχογιό της Maurice τον Δεκέμβριο του 1864.

Η πορεία προς την επιτυχία

Το 1866 η Σάρα Μπερνάρ, σε μια ακόμα προσπάθεια να καταξιωθεί στον χώρο του θεάτρου, υπογράφει συμβόλαιο με το Théâtre de l’Odéon. Τα επόμενα 6 χρόνια που ακολούθησαν η δουλειά της άρχισε να αποφέρει καρπούς και μετά από αρκετούς απαιτητικούς ρόλους και ερμηνείες, η φήμη της άρχισε να εδραιώνεται.

Η πρώτη της αξιοσημείωτη επιτυχία ήταν το 1968 στην αναπαράσταση του έργου «Kean» του Αλέξανδρου Δούμα. Μεγαλύτερος όμως θρίαμβος θεωρήθηκε η ερμηνεία της στο μονόπρακτο «Ο διαβάτης» (Le Passant) του François Coppée το 1869.

Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-γερμανικού πολέμου, το 1870, η Σάρα οργάνωσε στρατιωτικό νοσοκομείο στις εγκαταστάσεις του θίασού της βοηθώντας με τον τρόπο της ως νοσοκόμα. 

Μετά τον πόλεμο, το θέατρο συνέχισε την κανονική λειτουργία του και η Σάρα Μπερνάρ συνέχισε την υποκριτική της καριέρα με όλο και μεγαλύτερη επιτυχία. Από τη μία οι πετυχημένοι, κλασσικοί ρόλοι και η λυρικότητα της φωνής της και από την άλλη, η αλλοπρόσαλλη, όπως χαρακτηρίστηκε, συμπεριφορά της, έκαναν το όνομά της γνωστό και πέρα από τα σύνορα της Γαλλίας.

Το 1872 άφησε το Théâtre de l’Odéon και επέστρεψε στην Comédie Francaise.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1870 η καριέρα της «θεϊκής Σάρα», όπως συνήθιζαν να την αποκαλούν, είχε εκτοξευθεί. Στη Γαλλία θεωρούταν το μεγαλύτερο αστέρι του θεάτρου, μια ντίβα του καλλιτεχνικού χώρου και κάθε της εμφάνιση ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος.

Το 1880 είχε πλέον τον δικό της θίασο και έκανε έναν κύκλο περιοδειών σε Ευρώπη, Αμερική, πετυχαίνοντας και διεθνή αναγνώριση. Οι περιοδείες της την έφεραν και στην Αθήνα, μια φορά το 1893 και μια το 1904, που

Από τις πρώτες γυναίκες στον κινηματογράφο

Μαζί με τον 20ο αιώνα, ο κόσμος υποδέχτηκε και την εμφάνιση του κινηματογράφου και η Σάρα Μπερνάρ δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή τη νέα περιπέτεια. Υπήρξε μια από τους πρωτοπόρους του βωβού κινηματογράφου και το πρώτο έργο στο οποίο πρωταγωνίστησε ήταν η μόλις δύο λεπτών «Μονομαχία του Άμλετ» (1900).

Ήταν η πρώτη ηθοποιός που ενσάρκωσε κινηματογράφικα τον ρόλο του Άμλετ και ήταν γυναίκα! Πρωταγωνίστησε σε άλλες 10 ταινίες, μεταξύ των οποίων η «Τόσκα» (1908) και η «Βασίλισσα Ελισάβετ» (1912).

Προφίλ και Προσωπική ζωή

Η σχέση της με τον Βέλγο πρίγκιπα, με τον οποίο έκανε το πρώτο της παιδί, δεν κράτησε πολύ, καθώς εκείνος την άφησε για να παντρευτεί μια πριγκίπισσα.

Κατά καιρούς η Σάρα Μπερνάρ χρεωνόταν με διάφορους εραστές και οι σχέσεις της απασχολούσαν τον τύπο της εποχής. Πηγές υποστηρίζουν ότι αυτή την προβολή και το σούσουρο γύρω από το όνομά της ήταν κάτι που το επιδίωκε η ίδια και απολάμβανε να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Η Γαλλίδα ντίβα λέγεται πως είχε μια έμφυτη τάση για υπερβολή, μεγαλοποιούσε τα πράγματα και συχνά παραποιούσε την αλήθεια, με αποτέλεσμα πολλά πράγματα για τη ζωή της να είναι αμφιλεγόμενα. Ο Αλέξανδρος Δούμας (ο γιος) την αποκάλεσε «διαβόητη ψεύτρα».

Μεταξύ των στενών της φίλων ήταν οι καλλιτέχνες Gustave Doré και Georges Clarin, οι ηθοποιοί Mounet-Sully και Lou Tellegen και ο διάσημος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ.

Η ιδιαιτέρως στενή φιλία της με τη Γαλλίδα ζωγράφο Louise Abbéma προκάλεσε φήμες ότι οι δυό τους ήταν ερωτικό ζευγάρι. Η Μπερνάρ ήταν επίσης μια από τις ερωμένες του διαδόχου Πρίγκιπα της Ουαλίας.

Το 1882 παντρεύτηκε τον Έλληνα ηθοποιό Αριστείδη Δαμαλά (Ζακ Δαμαλά), ο οποίος ήταν 11 χρόνια μικρότερός της. Η σχέση τους περιγράφεται ιδιαίτερα ταραχώδης, αφού ο Δαμαλάς ήταν επιρρεπής στις ερωτικές περιπέτειες με άλλες γυναίκες. Φήμες για εραστές υπήρχαν και για την Μπερνάρ.

Ο Ζακ ήταν επίσης παθιασμένος χαρτοπαίχτης και έκανε συστηματική χρήση μορφίνης, γεγονός που του στέρησε τη ζωή στα 34 του χρόνια. Παρόλο που η Μπερνάρ έφυγε σύντομα από κοντά του, δεν πήραν ποτέ διαζύγιο και ο γάμος τους έληξε με τον θάνατό του το 1889.

Η ίδια έδειχνε ότι είχε αγαπήσει πολύ τον άντρα της και οι φήμες για τις δικές τις δικές της απιστίες κατά πάσα πιθανότητα δεν ισχύουν. Χαρακτήριζε τον άντρα της ως «αρχαίο Έλληνα θεό» και προσπαθούσε να τον κάνει αστέρι του θεάτρου, παρόλο που ήταν ευρέως γνωστό ότι ο Ζακ δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο.

Ο τραυματισμός και τα τελευταία χρόνια

Το 1905 και ενώ βρισκόταν σε μια περιοδεία της στη Βραζιλία η Σάρα Μπερνάρ τραυματίστηκε σοβαρά στο δεξί της γόνατο πέφτοντας από τη σκηνή. Δέκα χρόνια αργότερα και αφού η γάγγραινα είχε προχωρήσει αρκετά, αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ακρωτηριασμό ολόκληρου του ποδιού. Καθηλωμένη πλέον σε αναπηρική καρέκλα, η θρυλική ντίβα συνέχισε τις εμφανίσεις στη σκηνή με μοναδικό και διαχρονικό «όπλο» την γοητευτική φωνή της.

Η μακρόχρονη και λαμπερή καριέρα της Μπερνάρ έληξε στις 26 Μαρτίου του 1923, όταν έφυγε από τη ζωή πάσχουσα από νεφρική ανεπάρκεια. 

 

Η Sarah Bernhardt έμεινε στην ιστορία ως η πιο φημισμένη ηθοποιός του 19ου αιώνα. Η ταραχώδης και γεμάτη σκάνδαλα ζωή της, καθώς και οι μπλεγμένες αλήθειες με ψέματα που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό της, δημιούργησαν έναν θρύλο γύρω από το όνομά της που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τη φήμη της παγκοσμίως.