Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ γεννήθηκε μεταξύ 1868 και 1871, στη Μυτιλήνη και ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας του Γαβριήλ και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ, οι οποίοι παρά την οικονομική τους κατάσταση, έκαναν ακόμα 7 παιδιά.

Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, λόγω της αδύναμης κράσης του αλλά και της αριστεροχειρίας του. (Ο αριστερόχειρας θεωρούταν, εκείνη την εποχή, ως μειονεκτικό άτομο και αυτό προκαλούσε αρνητικά σχόλια από τον περίγυρό του)

Οι γονείς και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν με πολλούς τρόπους, ακόμα και με βίαιο χειρισμό, να τον κάνουν δεξιόχειρα, όμως αυτό έκανε τον μικρό Θεόφιλο να κλειστεί στον εαυτό του, με μόνη του διαφυγή τη ζωγραφική και την συντροφιά του παππού του, ο οποίος του έλεγε ιστορίες για την Ελλάδα και τους ήρωες της μυθολογίας.

Οι ιστορίες αυτές αργότερα θα κάνουν διάσημο τον πιο άσημο, της εποχής του, καλλιτέχνη.

Οι πληροφορίες για την πρώιμη ζωή του είναι ελάχιστες. Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες έφυγε από το νησί σε ηλικία 18 περίπου ετών για να περάσει μερικά χρόνια της ζωής του στη Σμύρνη. Εκεί, ο Θεόφιλος διαμόρφωσε το βασικό του θεματολόγιο και ασχολήθηκε πρώτη φορά με τη ζωγραφική επαγγελματικά, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως θυροφύλακας  στο ελληνικό προξενείο.

Από την Μικρά Ασία έφυγε με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου, το 1897, και επιχείρησε να καταταγεί στο στρατό εθελοντικά, αλλά δεν έγινε δεκτός.

Έτσι, αποφασίζει να μείνει στον Βόλο, το πλούσιο αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο, που ήταν σε ακμαία κατάσταση εκείνη την περίοδο.

Η Μαγνησία έγινε η δεύτερη πατρίδα του, αφού έμεινε στην περιοχή για 30 χρόνια αφήνοντας πλήθος σημαντικών έργων του σε καφενεία, ταβέρνες, σπίτια, κ.α. τα οποία υπέγραφε χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του. Το μοναδικό έργο που φέρει υπογραφή με το πραγματικό όνομά του, «Έργο Θεόφιλου Γαβριήλ Κεφαλά», βρίσκεται στον Ιερό Ναό Ταξιαρχών, στις Μηλιές Πηλίου, και είναι μια εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Δυστυχώς, πολλά από τα έργα του δεν υπάρχουν σήμερα καθώς έχουν καταστραφεί είτε από φυσικές καταστροφές, είτε από αμέλεια.

Έζησε πολύ φτωχικά στην αρχή και μάλιστα, πολλές φορές, ζωγράφιζε για ψίχουλα, ίσα για να τα βγάζει πέρα. Αυτό που τον έκανε ξεχωριστό, όμως, ήταν η περίεργη συμπεριφορά του και το γεγονός ότι, παρά τις επιταγές της εποχής, εκείνος υιοθέτησε τη φουστανέλα ως καθημερινό ένδυμα.

Εκτός από την ζωγραφική, συμμετείχε και σε άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες της περιοχής με βασικότερη την διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων, στις οποίες είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ως Μεγαλέξανδρος και άλλοτε ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με κουστού­μια που τα έφτιαχνε ο ίδιος. Μετά τις παραστάσεις, φωτογραφιζότανε με το θίασο και πουλούσε τις φωτογραφίες σαν καρτ-ποστάλ.

Η θεατρική του δράση, λογίζεται πως τον έκανε από τους πρώτους, αν όχι τον πρώτο, που στα νεοελληνικά χρόνια μύησε στο ελληνικό λαϊκό θέατρο τον Βόλο και τα περίχωρά του.

Η οικονομική του κατάσταση καλυτέρευσε, όταν ο -επί χρόνια προστάτης του- Γιάννης Κοντός, αποφάσισε να του αναθέσει το 1912 την τοιχογράφηση του σπιτιού του στην Ανακασιά, το οποίο ο Θεόφιλος γέμισε με φιλοτεχνημένες σκηνές της Επανάστασης του ’21, αρχαίους θεούς και τοπία.


Σήμερα, στην οικία Κοντού βρίσκεται το Μουσείο Θεόφιλου.

Το 1927 εγκατέλειψε ξαφνικά τον Βόλο και επέστρεψε στη γενέτειρά του. Λέγεται πως αφορμή για την απόφασή του αυτή, ήταν ένα επεισόδιο σε ένα καφενείο όπου κάποιος έριξε τον Θεόφιλο από μία σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε, με σκοπό να διασκεδάσουν οι παρευρισκόμενοι.

Έναν χρόνο μετά, ύστερα από την ενθουσιώδη προτροπή του ζωγράφου Γιώργου Γουναρόπουλου, ο τεχνοκριτικός και έμπορος έργων τέχνης Στρατής Ελευθεριάδης (Teriade) γνώρισε τον Θεόφιλο.

Αυτή η γνωριμία συνέβαλλε σημαντικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του.

Του αγόρασε τον απαραίτητο εξοπλισμό και ζήτησε να του στέλνει στο Παρίσι όσα έργα ζωγραφίζει και ο ίδιος έκανε στροφή στη θεματολογία του, σε πιο οικεία και καθημερινά θέματα.

Η αναγνώριση της δουλειάς του άρχισε να μετρά από την στιγμή που το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας».

Ο Ελευθεριάδης προσπαθώντας να οργανώσει έκθεση με έργα του στο Παρίσι, για να τον γνωρίσει ο καλλιτεχνικός κόσμος και οι φιλότεχνοι, ζήτησε από τον Θεόφιλο να ντυθεί με κοστούμι για να πάει στο Παρίσι. Εκείνος αρνήθηκε και έτσι η έκθεση δεν πραγματοποιήθηκε εκείνη την περίοδο.

Παρόλα αυτά, κι ενώ το όνομά του συζητιόταν ήδη αρκετά, ο ίδιος δεν κατάφερε να γευτεί την επιτυχία και την δόξα, αφού λίγα χρόνια μετά βρέθηκε νεκρός.

Ο άσημος διάσημος ζωγράφος πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1934, κατά πάσα πιθανότητα, από τροφική δηλητηρίαση αφού συχνά λέγεται πως όσοι του έδιναν τροφή ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες του, του έδιναν μπαγιάτικο ή και χαλασμένο φαγητό, το οποίο εκείνος κατανάλωνε, λόγω ένδειας. Τον βρήκαν μερικές μέρες μετά και τον έθαψαν βιαστικά, με έξοδα της δημαρχίας, στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα.

Η αναγνώριση του έργου του διεθνώς, οφείλεται στον Ελευθεριάδη ο οποίος δεν σταμάτησε να προσπαθεί γι’αυτό. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά Νέα μια συνέντευξη του, στην οποία χαρακτηρίζει τον Θεόφιλο «μεγάλο Έλληνα ζωγράφο» και την επόμενη χρονιά διοργάνωσε την έκθεση με τα έργα του, στο Παρίσι, όπως του είχε υποσχεθεί.

Από εκεί και μετά το όνομα και το έργο του ταξιδεύουν σε πολλές γωνιές του κόσμου, με σημείο αναφοράς στις 3 Ιουνίου 1961, που ο Θεόφιλος βρέθηκε στο μουσείο του Λούβρου για μία μεγάλη αναδρομική έκθεση.

Αυτός ήταν ο πραγματικός θρίαμβος του φουστανελά που τον έλεγαν «σοβατζή» και τον κορόιδευαν. Το κοσμοπολίτικο Παρίσι υποδέχθηκε τον αυτοδίδακτο καλλιτέχνη με ανοιχτές αγκάλες, κίνησε το ενδιαφέρον των φιλότεχνων της Ευρώπης που διέκριναν την πρωτοτυπία του Θεόφιλου και τον έχρισαν πρωτοπόρο αυτής της λαϊκής τεχνοτροπίας.

Οι προσπάθειες του Ελευθεριάδη είχαν πλέον πιάσει τόπο και ο ίδιος θέλοντας να αφήσει την παρακαταθήκη του Θεόφιλου στον τόπο που τον γέννησε, χρηματοδότησε την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου στη Βαρειά Λέσβου. Τα εγκαίνια έγιναν το 1965 και στον χώρο φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου.

Σήμερα, έργα του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μουσεία καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές έχουν αναφερθεί στη ζωή και το έργο του, ενώ άλλοι ζωγράφοι επηρεάστηκαν εξίσου από την μεγαλειότητα της δημιουργικότητάς του.

Ο Θεόφιλος έγραψε ιστορία και άφησε το στίγμα του στην ελληνική καλλιτεχνική κοινότητα αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του Πηλίου.

Το έργο του γίνεται συχνά σημείο αναφοράς ενώ πολλά σχολεία της Μαγνησίας βάζουν στο ετήσιο πρόγραμμά τους μια επίσκεψη στην οικία Κοντού.

Ο άσημος διάσημος ζωγράφος, έζησε μια φτωχή, δύσκολη και σκοτεινή ζωή, την οποία φώτισε με τα έργα του και μαζί με εκείνον φώτισε την κοινωνία.

Υπάρχουν πολλοί Θεόφιλοι εκεί έξω σήμερα που προσπαθούν να δώσουν τα φώτα τους στον κόσμο.
Δώστε τους κι εσείς αυτό που τους αξίζει. Ανθρωπιά, αλληλεγγύη, κατανόηση, εκτίμηση, σεβασμό.
Είναι κρίμα να έχουμε διάφορους φωστήρες και να οδεύουμε στα σκοτάδια, αγνοώντας επιδεικτικά την ύπαρξη ανθρώπων που έχουν την φλόγα μέσα τους.