Η Kίρα Σίνου γεννήθηκε στο Pοστόφ της Pωσίας στις 12 Μαρτίου 1923 από πατέρα Έλληνα και μητέρα Pωσίδα. Ήταν το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας διανοουμένων και ήταν στο επίκεντρο της προσοχής.

Το σπίτι όπου μεγάλωσε ήταν γεμάτο βιβλιοθήκες από τις οποίες η Κίρα ως παιδί έπαιρνε τα εφόδια της ρωσικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Το 1932, διάφορες συνθήκες αναγκάζουν την οικογένειά της να εγκαταλείψει την Ρωσία, να έρθει στην Ελλάδα και να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Διέμεναν σε ξενοδοχείο για οικογένειες το οποίο δεν επέτρεπε τα κατοικίδια ζώα, γεγονός που στεναχωρούσε την Κίρα που ήταν μόλις 9 ετών και είχε περάσει πολύ χρόνο με συντροφιά ζώων.

Τα ζώα έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή της κι αυτό φάνηκε και στα βιβλία της αφού σε πολλά από αυτά είναι πρωταγωνιστές.

Όταν ήρθε στην Ελλάδα δεν ήξερε καθόλου την ελληνική γλώσσα και πήγε σε ένα καλό ιδιωτικό ελληνικό δημοτικό σχολείο, παρότι δεν υπάρχει οικονομική άνεση στην οικογένεια. 

Μέχρι να εγκλιματιστεί στα νέα δεδομένα, κάνει πρώτες της λογοτεχνικές προσπάθειες και γράφει στα ρωσικά το δικό της, μοναδικό περιοδικό «Ρόζα», το οποίο λόγω γλώσσας, έχει ως μοναδικούς αναγνώστες τους γονείς της.

Το 1935 ο πατέρας της παίρνει μετάθεση για τη Θεσσαλονίκη και μετακομίζουν οικογενειακώς εκεί. Έχοντας ήδη μάθει την Ελληνική γλώσσα και εμπνευσμένη από το νέο περιβάλλον, ξεκίνησε να δημοσιεύει τα μικρά διηγήματά της, με το ψευδώνυμο «Άνθος του Μαΐου», στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» από το οποίο πήρε και το πρώτο της λογοτεχνικό βραβείο.

Στην Θεσσαλονίκη ολοκλήρωσε τις σπουδές της, έμαθε γαλλικά, πήρε απολυτήριο από την Γερμανική Σχολή και Proficiency στα Αγγλικά από το Πανεπιστημίου του Cambridge. Όλες αυτές οι γνώσεις που έλαβε αποτέλεσαν την αφορμή να ασχοληθεί επαγγελματικά με τις μεταφράσεις.

Την περίοδο της Κατοχής, εργάστηκε στην υπηρεσία των σιδηροδρόμων ως μεταφράστρια υπηρεσιακών εγγράφων, όμως διατήρησε τυπικές σχέσεις με την εξουσία. Απέφυγε να αναμειχθεί η ίδια με την πολιτική και την αντίσταση, όμως, μέσω γνωριμιών στον χώρο της εργασίας της, προσέφερε τη βοήθειά της στους αντιστασιακούς.

Κινδύνευσε να χάσει την ζωή της από τύφο και πέρασε πολύ καιρό στο νοσοκομείο μέχρι, τελικά, να ξεπεράσει τον κίνδυνο. Επέστρεψε στην καθημερινότητά της σιγά σιγά, αφού η αρρώστια της άφησε μόνιμα θέματα με την υγεία της.

Μετά την Κατοχή, σκέφτηκε να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις και να διευρύνει τους ορίζοντές της. Μία από τις σκέψεις της ήταν να σπουδάσει γεωπονία, μιας και είχε μεγάλη αγάπη στα λουλούδια, αλλά όταν έμαθε ότι στα υποχρεωτικά μαθήματα ήταν τα μαθηματικά, τα οποία ποτέ δεν συμπάθησε ως μαθήτρια, άλλαξε αμέσως γνώμη.

Η επόμενη επιστήμη που της τράβηξε την προσοχή ήταν η ιατρική, όμως, το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης δε διέθετε Ιατρική Σχολή και, τελικά, αποφάσισε να σπουδάσει ξεναγός, αξιοποιώντας τις γνώσεις που είχε ήδη στις ξένες γλώσσες, όπως και την αγάπη της για την Ιστορία.

Μέχρι και το 1948, όπου ξεκίνησε να εργάζεται για τη ΔΕΗ Θεσσαλονίκης, πέρασε από διάφορες θέσεις εργασίας ενώ παράλληλα είχε ξεκινήσει να ασκεί και το επάγγελμα της ξεναγού.

Αρκετά χρόνια μετά, όταν δέχτηκε πρόταση γάμου από τον Γιώργο Σίνο, ζήτησε μετάθεση για την Αθήνα, και έτσι βρέθηκε από το οικονομικό τμήμα στην υπηρεσία εκπαιδεύσεως. Από τη θέση αυτή, ως υπεύθυνη για τα παιδιά των τεχνικών σχολών που απασχολούνται στη ΔΕΗ, διενεργεί τις απαραίτητες διαδικασίες με μεγάλη χαρά και πάντα είχε έναν καλό λόγο για όλους. Η επαφή της με τα παιδιά αυτά έδωσαν τα πρώτα ερεθίσματα για το λογοτεχνικό της μέλλον.

Όταν επί δικτατορίας βρίσκεται ακόμα σε αυτή τη θέση, αποφασίζει να καταγράψει τις εμπειρίες της και τις σκέψεις της στο βιβλίο «Μια χαραμάδα φως».

Το 1971 παίρνει την απόφαση να αποσυρθεί με μειωμένη σύνταξη από τη ΔΕΗ και άρχισε να μεταφράζει λογοτεχνικά κείμενα για τα ΒΙΠΕΡ του Πάπυρου και για τις εκδόσεις Άγκυρα. Αυτή, η πρώτη της επαφή με τον κόσμο του βιβλίου, την έβαλε στην διαδικασία να δει την λογοτεχνία από την πλευρά του δημιουργού, πλέον, και όχι του αναγνώστη.

Τέσσερα χρόνια μετά, εκδίδει ένα διήγημά της, το οποίο βραβεύτηκε από το Σύλλογο Δελφικών Αμφικτιονιών και της έγινε πρόταση να γράψει μια συλλογή. Εκείνη δέχτηκε την πρόταση και γράφει ένα βιβλίο με τίτλο «Πήραμε τη ζωή μας λάθος», στο οποίο περιγράφει διάφορα βιώματα από την Κατοχή και τη μετακατοχική περίοδο.

Ακολουθεί το βιβλίο «Στη χώρα των μαμούθ», το πρώτο της παιδικό μυθιστόρημα, το οποίο δεν περιλαμβάνει προσωπικές εμπειρίες και εκδόθηκε το 1977.

Το συγκεκριμένο βιβλίο κέρδισε αμέσως το κοινό, που από τότε μέχρι σήμερα βγήκε σε πολλές επανεκδόσεις και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για νεότερους συγγραφείς που θέλουν να ασχοληθούν με την προϊστορική περίοδο.

Από την έκδοση αυτού του έργου και μετά άρχισε να γράφει ασταμάτητα μέχρι τους «Χρυσοφύλακες γρύπες», το οποίο ναι μεν ολοκλήρωσε αλλά δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο.

Έγραψε όλα τα είδη μυθιστοριογραφίας (ιστορικό, επιστημονικής φαντασίας, ταξιδιωτικό, διηγήματα, αστυνομικό, κοινωνικό, παραμύθια) κάτι που δεν έχουν
πετύχει πολλοί συγγραφείς και φανερώνει το σπουδαίο συγγραφικό της ταλέντο.

Τα περισσότερα βιβλία της απευθύνονται στα παιδιά γιατί, όπως δήλωνε η ίδια, κάθε φορά που ξετύλιγε μια ιστορία θυμόταν την παιδική της ηλικία και, γράφοντας την, ανακαλούσε το παιδί που ήταν μέσα της και ίσως αυτό ήταν ένα στοιχείο που την έφερνε πιο κοντά στα παιδιά που θα διαβάσουν τα βιβλία της. 

Παρά το πλούσιο συγγραφικό της έργο, δε σταμάτησε να μεταφράζει λογοτεχνικά κείμενα στα ελληνικά. Για εκείνη, ήταν κι αυτή μια εξίσου δημιουργική εργασία για την οποία μάλιστα ανέφερε συχνά ότι, ενώ το μυαλό της έβγαζε συνεχώς νέες ιστορίες, ήταν το διάλειμμα που είχε ανάγκη ανάμεσα στα βιβλία που έγραφε.

Συνολικά, μετέφρασε πάνω από 100 βιβλία, μεταξύ των οποίων βρίσκονται
έργα των Ντοστογιέφσκι, Μπάουμαν, Τολστόι, Σολζενίτσιν και Έντε.

Όταν καθιερώθηκε ως συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, και μετά από πρόταση της προέδρου της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, Αγγελικής Βαρελλά, να γίνει αντιπρόεδρος του σωματείου, εκείνη δέχτηκε με μεγάλη χαρά και διατήρησε τη θέση μέχρι το θάνατό της.

Εκτός των άλλων, συμμετείχε σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά και διάφορα λογοτεχνικά σωματεία. Ήταν τακτικό μέλος στην Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών, στον Kύκλο Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου, στην Eταιρία Mεταφραστών Λογοτεχνίας και στην επιτροπή για το Kρατικό Bραβείο του Yπουργείου Πολιτισμού.

Εκπροσώπησε τη χώρα μας σε διεθνείς εκθέσεις βιβλίου, το έργο της έγινε αντικείμενο μελέτης σε διπλωματικές εργασίες και βραβεύτηκε από δεκάδες φορείς, σε Ελλάδα και εξωτερικό, για το σύνολο του έργου της και της προσφοράς της στην λογοτεχνία.

Ενδεικτικά, το όνομά της αναγράφηκε 2 φορές στον τιμητικό πίνακα της IBBY, πήρε έπαινο Eυρωπαϊκού Bραβείου από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα και τιμητικό δίπλωμα στη Σοβιετική Ένωση, ενώ επίσης, ήταν υποψήφια για το Bραβείο Άντερσεν, το 1996, και για το διεθνές βραβείο Astrid Lindgren, το 2006.

Για το βραβείο Astrid Lindgen, δείτε περισσότερα εδώ

Η ίδια δεν μιλούσε μόνο με τα βιβλία της αλλά και με την καρδιά της. Ήταν πάντα ζεστή και φιλική με όλους, πόσο μάλλον με τα παιδιά.

Γι’αυτόν τον λόγο ήταν συχνά προσκεκλημένη σε σχολεία σε όλη την Ελλάδα, προκειμένου να γνωρίσουν οι μαθητές τη συγγραφέα των αγαπημένων τους μυθιστορημάτων και να τους μυήσει στη μαγεία της φαντασίας.

Όταν την ρωτούσαν τι είναι για εκείνη το παιδικό βιβλίο, εκείνη ανέφερε: «Ανάμεσα στα άλλα σου προφέρει φιλία. Οι πόλεις απομονώνουν τους ανθρώπους όλο και περισσότερο, όμως, το βιβλίο πιστεύω πως είναι ο πιο πιστός φίλος. Για μένα το βιβλίο στάθηκε ένας μεγάλος φίλος, ίσως ο καλύτερος που είχα σε όλη τη ζωή μου».

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2007 στο μυθιστόρημα της Κίρα Σίνου γράφτηκε η τελευταία σελίδα.

Ενώ δούλευε στον υπολογιστή της, ένιωσε αδιαθεσία και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο με αναπνευστικά προβλήματα. Την είχαν ταλαιπωρήσει αρκετά στη ζωή της και είχε πάει ξανά στο νοσοκομείο για τον ίδιο λόγο. Ήταν μια διαδικασία που την είχε συνηθίσει, οπότε γυρνούσε στο σπίτι της μετά από λίγες μέρες και συνέχιζε την δραστήρια ζωή της.

Αυτήν τη φορά όμως δε γύρισε, το έργο της έμεινε να την περιμένει στον ανοιχτό υπολογιστή που κάποιος άλλος τον έκλεισε, όπως έτσι απλά και ξαφνικά έκλεισε το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής της.

Παρά το γεγονός ότι αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο της σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας λίγοι γνωρίζουν το όνομά της, εκτός των λογοτεχνικών κύκλων, οι περισσότεροι γνωρίζουν τα έργα της.

Άφησε μεγάλη παρακαταθήκη μέσα από τις πνευματικές αναζητήσεις της που αποτυπώθηκαν στα 33 βιβλία που έχουν εκδοθεί.

Το χαρακτηριστικό της γραφής της ήταν η παροχή γνώσης χωρίς διδακτισμό, την οποία αντλούν τα παιδιά μέσα από την πλοκή και την δράση, που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον τους.

Η Κίρα Σίνου αγαπήθηκε πολύ από το κοινό της, τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς. Για το έργο της έχουν γραφτεί αναρίθμητα άρθρα, τα βιβλία της βρίσκονται στις βιβλιοθήκες των σχολείων και κάποια από τα κείμενά της θα τα βρείτε στις σελίδες των σχολικών βιβλίων. Αγάπησε και βοήθησε το παιδικό βιβλίο και ό,τι αυτό περιβάλλει.