Μια από τις εξέχουσες μορφές Ελληνίδων γυναικών, που έδρασαν σε περιόδους πολέμου και έμειναν στην ιστορία για την αυτοθυσία, τον αλτρουϊσμό και το ψυχικό τους σθένος. Ο λόγος για την Άννα Μελά-Παπαδοπούλου, την γυναίκα που έμεινε γνωστή ως η «Μάννα του Στρατιώτου» και προσέφερε τις υπηρεσίες της ως νοσοκόμα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους Βαλκανικούς Πολέμους και την Μικρασιατική εκστρατεία.

 

Η Άννα Μελά γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1871 στη Μασσαλία και ήταν το τέταρτο από τα επτά παιδιά της οικογένειά της. Ένας από τους αδερφούς της ήταν ο γνωστός Μακεδονομάχος ήρωας Παύλος Μελάς.

Η οικογένεια Μελά είχε ηπειρωτική καταγωγή και τα περισσότερα μέλη της διακρίθηκαν σε σημαντικούς τομείς, όπως την διπλωματία, το εμπόριο και τη βιομηχανία, τα γράμματα και τις τέχνες, αλλά και στον στρατό.

Ο πατέρας της, Μιχαήλ Μελάς, μεγαλέμπορος και πολιτικός, της μετέδωσε την αγάπη του για τις τέχνες και η μητέρα της, Ελένη Βουτσινά, την «μύησε» στην φροντίδα των ανθρώπων που χρειάζονται βοήθεια. Από μικρή η Άννα ήταν ένα χαρισματικό παιδί και ανέπτυξε το ταλέντο της στην ζωγραφική, το κέντημα και την χειροτεχνία.

Στα 20 χρόνια της παντρεύτηκε τον ευγενή μεγαλοκτηματία Απόστολο Παπαδόπουλο με τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά, την Ελένη και τον Αντώνη. Ζούσαν στο χωριό Ροβιές της Εύβοιας και εκεί η Άννα -από τον καιρό ειρήνης ακόμα- ήταν γνωστή για τις αγαθοεργίες της και την βοήθεια που προσέφερε ανιδιοτελώς σε όποιους συγχωριανούς της βρίσκονταν σε ανάγκη.

Σχεδόν καθημερινά μαγείρευε φαγητό για αρρώστους, ηλικιωμένους ή και έγκυες γυναίκες, ενώ συχνά μοίραζε φρούτα και διάφορα τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες. Αφοσιωμένη στην χριστιανική της πίστη και την αγάπη για τους συνανθρώπους της, δεν έλειπε από κανένα γεγονός, χαρμόσυνο ή θλιβερό, στο οποίο μπορούσε κάτι να προσφέρει. Ήταν εκεί σε γάμους, σε γεννήσεις, σε αρρώστιες και σε θανάτους, σε κάθε περίσταση που μπορούσε να δείξει την στήριξή της στους συνανθρώπους της.

Η δράση της στους πολέμους

Τον Οκτώβριο του 1904 η είδηση του θανάτου του αδερφού της Παύλου Μελά φέρνει θλίψη και αναστάτωση στην επιφανή οικογένεια. Τρεις μήνες αργότερα πεθαίνει και ο άλλος αδερφός της, Λέων Μελάς. Η συναισθηματική Άννα επηρρεάζεται τόσο βαθιά από το γεγονός, που σηματοδοτεί καθοριστικά τις αποφάσεις και κινήσεις της για το υπόλοιπο της ζωής της.

Εγκαταλείπει το χωριό και τους δικούς της ανθρώπους και φεύγει στην Αθήνα, όπου ξεκινά άμεσα το σημαντικό φιλανθρωπικό της έργο. Μεταξύ άλλων έργων συνέβαλε και στη δημιουργία της Πολυκλινικής Αθηνών.

Λίγα χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1912, ξεκινά ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος και η Άννα Μελά-Παπαδοπούλου αφήνει την οικογένειά της στο χωρίο και γίνεται εθελόντρια νοσοκόμα στον ελληνικό στρατό. Ήταν γνωστή στους στρατιώτες κάθε μετώπου, αφού σαν άλλη μητέρα ήταν πάντα δίπλα σε όλους χαρίζοντας την φροντίδα της σε τραυματίες και αρρώστους.

Καθ’ όλη την διάρκεια των πολέμων που ακολούθησαν η Άννα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή αφοσιωμένη στην περίθαλψη των στρατιωτών.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που κινδύνεψε και η ζωή της από εξανθηματικές και λοιμώδεις ασθένειες που κολλούσε από τους τραυματίες. Τίποτα όμως δεν στάθηκε ικανό να την σταματήσει από το ιερό έργο της.

Επί μια ολόκληρη δεκαετία η Άννα Μελά, η «Μάννα του Στρατιώτου» όπως ονομάστηκε τιμητικά, προσέφερε αδιάκοπα και ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες της ως νοσοκόμα βοηθώντας σε μια σειρά καταλυτικών για τη χώρα πολεμικών συγκρούσεων. Από τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) στον Βορειο-ηπειρώτικο Αγώνα (1914) και από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) σε όλη την Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922).

Την μεταπολεμική περίοδο μετά και τη Μικρασιατική καταστροφή η Άννα Μελά συνέχισε τις φιλανθρωπικές τις δραστηριότητες με πρωταρχικό σκοπό της την βοήθεια των ξεριζωμένων Ελλήνων προσφύγων. Οργάνωσε σωματεία που μεριμνούσαν για την αποκατάστασή τους, αλλά και επίσης φρόντιζαν για την τύχη των φτωχών αναπήρων πολέμου.

Το Σανατόριο της Μάνας

Χαρακτηριστικό μέρος του σπουδαίου έργου της Άννας Μελά ήταν ο μεγάλος αγώνας που έδωσε για την αντιμετώπιση της φυματίωσης, που μάστιζε εκείνη την περίοδο την Ελλάδα.

Από την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας η Άννα Μελά είχε αναπτύξει φιλία με τον στρατηγό, και αργότερα πρωθυπουργό της χώρας, Νικόλαο Πλαστήρα. Σε ένα ταξίδι που έκαναν μαζί στη Ζυρίχη για τη νοσηλεία των παιδιών τους που έπασχαν από φυματίωση σε ένα σανατόριο, συζητούσαν μαζί για τη δημιουργία ενός τέτοιου σανατορίου και στην Ελλάδα. Έτσι εκείνος της έδωσε εντολή να πάει στην Αμερική και να συγκεντρώσει χρήματα γι’ αυτό τον σκοπό.

Έτσι και έγινε. Η Άννα Μελά θυμήθηκε τα χαρίσματα που είχε από παιδί και άρχισε να φιλοτεχνεί διάφορα αντικείμενα (ξυλόγλυπτα κανάτια, ημερολόγια, κάρτ ποστάλ), τα οποία πουλούσε.

Μετά από αίτησή της στην βασίλισσα Ελισάβετ της Ρουμανίας δέχτηκε και από εκείνη ένα σημαντικό ποσό για τον ίδιο σκοπό. Συγκέντρωσε επίσης σημαντικές δωρεές από απόδημους Έλληνες της Αμερικής, της Αυστραλίας και του Καναδά.

Πραγματοποιήθηκε έτσι το 1930 η ανέγερση ενός πρότυπου θεραπευτικού κέντρου, το γνωστό Σανατόριο «η Μάννα», στην Κορφοξυλιά Αρκαδίας μέσα στο ελατόδασος του Μαινάλου. Εκεί φιλοξενούνταν μόνο πάσχοντες από φυματίωση, στρατιώτες και άλλοι πολίτες.

Το Σανατόριο λειτούργησε μέχρι το 1938 και έκλεισε την ίδια χρονιά που πέθανε και η εμπνεύστριά του, καθώς πλέον υπήρχε αποτελεσματική θεραπεία για την φυματίωση στη χώρα.

Η συνεχής επαφή της Άννας Μελά όλα αυτά τα χρόνια με πάσχοντες από φυματίωση κατέληξε να μολυνθεί τελικά και η ίδια. Νικήθηκε από την θανατηφόρα αρρώστια και έφυγε από τη ζωή στις 12 Μαρτίου του 1938.

Η Άννα Μελά έμεινε στην ιστορία ως μια αρχόντισσα της εθνικής φιλανθρωπίας και τιμήθηκε για το έργο της με 28 συνολικά παράσημα.

Τιμήθηκε μεταξύ άλλων με τον «Σιδηρούν Πολεμικόν Σταυρόν», τον «Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος» και το «Αργυρόν μετάλλιον αρετής και αυτοθυσίας». Για τις υπηρεσίες της στη Σερβία και τους αιχμαλώτους των Σέρβων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο τιμήθηκε με το «Σερβικό Μετάλλιον του Αγίου Ανδρέα» και τον Σταυρό της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ της Αυστρίας. Έγινε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα, αλλά και τη Σερβία που της αποδόθηκε αυτή η τιμή.

Η ζωή της ήταν μια ακατάπαυστη και ανιδιοτελή κοινωνική προσφορά και το όνομά της έμεινε αλησμόνητο τόσο στους ανθρώπους που την γνώρισαν τα χρόνια της δράσης της, όσο και όσους έμαθαν για εκείνη μεταγενέστερα.