Η Γιολάντα Μπάλας γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1936 στην Τιμισοάρα της Ρουμανίας, από οικογένεια με ουγγρικές ρίζες, η οποία δεν χαρακτηριζόταν ιδιαίτερα ευκατάστατη. Ο πατέρας της έκανε διάφορε δουλειές για να τα βγάζουν πέρα ενώ η μητέρα της ασχολείτο με τα οικιακά.

Ο πατέρας της έπειτα από μερικά χρόνια μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος στη Σοβιετική Ένωση κι όταν αφέθηκε ελεύθερος εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Βουδαπέστη. Η Γιολάντα προσπάθησε να επανασυνδεθεί μαζί του και παρά το γεγονός ότι το 1947 κατάφερε να αποκτήσει ουγγρικό διαβατήριο, οι ρουμανικές αρχές δεν της επέτρεψαν να φύγει από τη χώρα.

Σε συνέντευξή της μάλιστα, είχε δηλώσει ότι είχε σκεφτεί να επιχειρήσει να εισέλθει παράνομα στη Βουδαπέστη, προκειμένου να βρεθεί κοντά στον πατέρα της όμως δεν το έκανε ποτέ αναλογιζόμενη τις συνέπειες αυτής της πράξης.

Άρχισε την ενασχόληση με τον αθλητισμό από μικρή ηλικία και κατέληξε στο άλμα εις ύψος κατά την εφηβεία αφού η ιδανική σωματική της διάπλαση την ευνοούσε στο συγκεκριμένο άθλημα. Είχε ύψος 1,85 μ., διέθετε πολύ μακριά πόδια (90 πόντοι μήκος) και την αποκαλούσαν «γυναίκα με πόδια μέχρι τον ουρανό».

Η άρτια τεχνική κατάρτιση που είχε, την οδήγησε σε ηλικία 18 ετών στην πρώτη της διάκριση, στους Πανευρωπαϊκούς της Βέρνης, το 1954, όπου κατέλαβε την τρίτη θέση.

Στις 14 Ιουλίου 1956 έγινε παγκοσμίως γνωστή γιατί κατέρριψε για πρώτη φορά το παγκόσμιο ρεκόρ του αγωνίσματος με 1,75 μ. και το ίδιο έτος έκανε την παρθενική της συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες, στη Μελβούρνη, όπου τερμάτισε στην 5η θέση.

Παρέμεινε ανίκητη για μία δεκαετία καταφέρνοντας, χρόνο με το χρόνο, να κατοχυρώσει παγκόσμιο ρεκόρ 14 φορές, φτάνοντάς το από 1.75 σε 1.91, στις 16 Ιουλίου 1961.

Στέφθηκε 2 φορές χρυσή ολυμπιονίκης (1960-Ρώμη και 1964-Τόκιο), κατέκτησε δύο χρυσά μετάλλια στους Πανευρωπαϊκούς (1958-Στοκχόλμη και 1962-Βελιγράδι), βρήκε πρώτη σε 2 Πανεπιστημιάδες (1959-Τορίνο και 1961-Σόφια) και δημιούργησε ένα εξωπραγματικό, για αθλητές και αθλήτριες, σερί 150 νικών την περίοδο 1956-1967!

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης γνώρισε την αποθέωση του κοινού, αφού έγινε η πρώτη Ρουμάνα αθλήτρια που κατέκτησε χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες,
και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, παρά το γεγονός ότι αγωνίστηκε με τραυματισμένο τένοντα, έκανε όλες τις συναθλήτριες της να υποκλιθούν στην δύναμη ψυχής που υπέδειξε ανεβαίνοντας στο ψηλότερο σκαλοπάτι του βάθρου.

Διατήρησε το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος έως τις 4 Σεπτεμβρίου 1971, όταν η Αυστριακή Ιλόνα Γκουζενμπάουερ το κατέρριψε φτάνοντας τα 1,92 μ.

Αποσύρθηκε από τον στίβο το 1967, παντρεύτηκε τον προπονητή της Ίαν Σότερ και δίδαξε φυσική αγωγή στο Βουκουρέστι. Διετέλεσε πρόεδρος της Ρουμανικής Ομοσπονδίας Στίβου για 17 χρόνια (1988-2005) ενώ παράλληλα υπήρξε και μέλος της αντίστοιχης Ευρωπαϊκής.

Για την προσφορά της στον χώρο του κλασικού αθλητισμού, τιμήθηκε το 1996, από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αθλητικών Συντακτών (ΠΣΑΤ) και τον Νοέμβριο του 2012 εισήλθε στο Hall of Fame της IAAF. Την ίδια χρονιά το περιοδικό «Track and Field News» έχρισε τη Μπάλας ως την πιο διάσημη αθλήτρια στο άλμα εις ύψος για τον 20ό αιώνα.

Ο σακχαρώδης διαβήτης που την ταλαιπώρησε επί σειρά ετών, ήταν κι αυτός που έκοψε το νήμα της ζωής της στις 11 Μαρτίου 2016, στο Βουκουρέστι.

Η Γιολάντα Μπάλας υπήρξε χαρισματική και ταλαντούχα αθλήτρια που καθήλωσε τον πλανήτη πολλές φορές με τα κατορθώματά της. Μπορεί να κατέκτησε τα τερέν αυτό όμως που ήθελε πραγματικά η ίδια ήταν να κατακτήσει την καρδιά της πατρίδας της.

Σε δηλώσεις της είχε αναφέρει πως το γεγονός ότι δεν της επετράπη η είσοδος στην Ουγγαρία, της προκαλούσε ιδιαίτερη θλίψη. Ήθελε πάρα πολύ, εκτός από το να είναι κοντά στον πατέρα της, να αγωνιστεί φορώντας τα χρώματα της χώρας που μιλούν τη γλώσσα των γονιών της, της πατρίδας της. Ωστόσο είχε την ελπίδα ότι τόσο η Ρουμανία όσο και η Ουγγαρία ήταν υπερήφανοι για εκείνη.

Η ταπεινότητα, η δύναμη ψυχής αλλά και οι συνεχείς προπονήσεις της, έφεραν τις πολυπόθητες διακρίσεις, τις οποίες θαυμάζει όλη η ανθρωπότητα. Εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί πρότυπο αθλήτριας και σημείο αναφοράς για τον στίβο.