Ως βιασμός ορίζεται κάθε βίαιη σεξουαλική πράξη που πραγματοποιείται χωρίς συναίνεση της μίας πλευράς, είτε πρόκειται για γυναίκα, άντρα ή παιδί.

Μια συνηθισμένη απορία σε κάθε συζήτηση περί βιασμού είναι αν το θύμα αμύνθηκε, «αντέδρασε; προσπάθησε να φύγει;». Ακόμα κι όταν εκδικάζονται τέτοιες υποθέσεις στα δικαστήρια, τα θύματα συχνά καλούνται να αποδείξουν αν αμύνθηκαν με κάποιο τρόπο και συνεπώς αν όντως τελικά υπέστησαν βιασμό. «Δεν φώναξε, δεν ζήτησε βοήθεια, άρα δεν βιάστηκε«.

Σε πολλές περιπτώσεις δυστυχώς τα θύματα δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν και να ξεφύγουν από τον βιαστή τους και αναγκάστηκαν να υποστούν την εφιαλτική εμπειρία, μαζί και με τα βαριά αισθήματα δικής τους ενοχής και ντροπής που δεν φάνηκαν ικανά να αμυνθούν.

Οι περιπτώσεις των θυμάτων βιασμού που δεν έχουν αμυνθεί την κρίσιμη στιγμή είναι πολλές, όμως δεν αφορούν ανθρώπους που δεν έχουν την φυσική ικανότητα να προβάλλουν αντίσταση ή που δεν ήθελαν να αντισταθούν. Αφορούν μια κατάσταση όπου το θύμα δεν μπορεί να ελένξει το σώμα του.

Πολλά θύματα έχουν ομολογήσει ότι δεν φώναξαν καν «βοήθεια».

Έρευνες έχουν αποδείξει ότι αυτό που συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις βιασμού ή σεξουαλικής παρενόχλησης είναι το φαινόμενο της τονικής ακινησίας.

Τονική ακινησία είναι μια αμυντική αντίδραση του νευρικού συστήματος που θέτει το σώμα σε μια προσωρινή παράλυση, όταν ένα άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα δυνατό στρεσσογόνο ερέθισμα.

Το σώμα, κάτω από μια έντονη ψυχική και σωματική απειλή, στην οποία δεν βρίσκει τρόπους διαφυγής, καταστέλλει τις αντιδράσεις του.

Το φαινόμενο συναντάται και στο ζωικό βασίλειο και κυρίως σε θηλαστικά που αποτελούν στόχο αρπαχτικών. Επίσης έχει παρατηρηθεί και σε στρατιώτες κατά τη διάρκεια της μάχης. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι ακόμα γνωστά αρκετά στοιχεία σχετικά με το πως ακριβώς προκαλείται το φαινόμενο της τονικής ακινησίας στον άνθρωπο.

Άτομα που βίωσαν τονική ακινησία σε αυξημένο βαθμό κατά την σεξουαλική κακοποίηση, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν μετατραυματικό στρες, κατάθλιψη βαριάς μορφής και άλλα ψυχικά νοσήματα επακόλουθα αυτών.

Σε κάθε περίπτωση είναι ζωτικής σημασίας η ειδική φροντίδα ενός θύματος βιασμού και η ψυχολογική υποστήριξη τόσο από τον οικογενειακό του κύκλο, όσο φυσικά και από ειδικούς.

 

Και μερικά στατιστικά στοιχεία:

Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμφανίζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά βιασμών, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, είναι η Σουηδία, η Δανία και η Βρετανία.

Στην Ελλάδα καταγράφονται περίπου 200 βιασμοί κάθε χρόνο, ενώ ο πραγματικός αριθμός υπολογίζεται στους 4.000.

Η συντριπτική πλειοψηφία του 90% των πολιτών δεν εμπιστεύεται το σύστημα δικαιοσύνης και θεωρεί ότι δεν θα καταφέρει να δικαιωθεί. Μόνο ένα 7% των βιασμών στη χώρα καταγγέλεται στις αρχές, με ένα σημαντικό ποσοστό αυτών να αφορά περιπτώσεις με συγγενικά πρόσωπα.

Οι περισσότερες περιπτώσεις βιασμών συμβαίνουν σε υπαίθριους και δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους (πάρκινγκ, δημόσιες τουαλέτες).

Οι βιαστές επιλέγουν πάντα για θύματά τους άτομα που φαίνονται πιο ήσυχα, αδύναμα ή αφηρημένα. Το παραμικρό δείγμα αντίστασης και θέλησης για άμυνα είναι ικανό να κάνει τον επίδοξο βιαστή να φύγει, αφού αντιλαμβάνεται ότι η δουλειά του δεν θα είναι εύκολη.

Σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν από αναφορές των ίδιων των βιαστών, επιλέγονται συνήθως ως θύματα γυναίκες με μακριά μαλλιά (από όπου μπορεί ο δράστης να τις πιάσει και να τις ακινητοποιήσει) και γυναίκες που δεν φοράνε πολλά ρούχα ή έστω φοράνε κάτι που βγαίνει ή σκίζεται πιο εύκολα.

Η επιλογή ενός θύματος έχει να κάνει κατά μεγαλύτερο ποσοστό με το κατά πόσο η διαδικασία θα μπορεί να είναι όσο γίνεται πιο εύκολη για τον δράστη (χωρίς φυσικά να υποστηρίζουμε ότι το θύμα φέρει ευθύνη αν τυχαίνει άθελά του να δημιουργεί ευκολίες στον θύτη του).