Η Άννα Αχμάτοβα, το πραγματικό ονοματεπώνυμο της οποίας ήταν Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο, γεννήθηκε στο Μπολσόι Φοντάν, στις 23 Ιουνίου του 1889 και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον αρκετά προνομιούχο και αριστοκρατικό.

Μέχρι το 1905 που οι γονείς της πήραν διαζύγιο έζησε στην Αγία Πετρούπολη, μετά πέρασε τα μαθητικά της χρόνια στο Τσάρσκογιε Σελό και αποφοίτησε από το λύκειο «Φουντουκλέγιεφ» στο Κίεβο.

Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου, όμως παράλληλα ασχολήθηκε με την σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τους Σκανδιναβούς συγγραφείς. Η αγάπη της για την ποίηση και την λογοτεχνία ξεκίνησε από παιδί, όμως την γνωστοποίησε σε πιο μεγάλη ηλικία.

Ενώ ήταν μόλις έντεκα χρονών όταν ξεκίνησε να γράφει ποιήματα,
δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «Η εσπέρα» το 1912.

Πριν τελειώσει ακόμη τις σπουδές της, παντρεύτηκε τον Απρίλιο του 1910, τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Οι δυο τους, μαζί με τον Οσίπ Μαντελστάμ και άλλους ποιητές, ίδρυσαν την «Συντεχνία των Ποιητών» που δημιούργησε και προώθησε τον ακμεϊσμό, ένα καλλιτεχνικό κίνημα που στράφηκε ενάντια στο φουτουρισμό και την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής.

Η συμβίωσή της με τον Γκουμιλιόφ παρόλα αυτά ήταν τόσο συμβατική που στο γαμήλιο ταξίδι τους στο Παρίσι, εκείνη δεν δίστασε να γοητευτεί από τον ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι, με τον οποίο τελικά έζησε έναν θυελλώδη έρωτα.

Η Αχμάτοβα υπήρξε μούσα του Μοντιλιάνι σε δεκαέξι σκίτσα πορτραίτων, σε πολλά από τα οποία αποτυπώνεται γυμνή.
Ο έρωτας τους όμως δεν διήρκεσε πολύ και αυτά τα σκίτσα παρέμειναν επτασφράγιστο μυστικό που μάλιστα το φύλαγε μέχρι το τέλος της ζωής της μακριά από όλους!

Μετά από αυτό, η Αχμάτοβα έστρεψε και πάλι το ενδιαφέρον της στον σύζυγό της και το 1912, έφερε στον κόσμο τον γιο του, Λεβ Γκουμιλιόφ. Έξι χρόνια μετά, και κατά την Οκτωβριανή επανάσταση, πήραν διαζύγιο και το 1921 ο Γκουμιλιόφ εκτελέστηκε ως «εχθρός του λαού» κατηγορούμενος για συμμετοχή σε συνωμοσία εναντίον του Σοβιετικού καθεστώτος.

Παρά τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικράτησαν κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση, δεν ενέδωσε στον πειρασμό της μετανάστευσης και θεώρησε ότι ήταν μια δοκιμασία που έπρεπε να περάσει με ευεργέτημα τις στερήσεις που της επιβλήθηκαν. Ζούσε την ζωή της σαν να μην συμβαίνει τίποτα, έκανε δεύτερο γάμο, με τον ασσυριολόγο Βλαντιμίρ Σιλέικο, ο οποίος επίσης δεν κράτησε πολύ.

Την ίδια χρονιά που έγινε μητέρα, εξέδωσε και την πρώτη της συλλογή ενώ ακολούθησαν «Το ροζάριο» (1914) και «Anno Domini» (1922). Τα έργα της έγιναν δεκτά με μεγάλο ενθουσιασμό από τους λογοτεχνικούς κύκλους και το κοινό, και αναδείχθηκε ως μία από τις σημαντικότερες Ρωσίδες ποιήτριες της εποχής της.

Από την κυκλοφορία της συλλογής «Anno Domini» και για 18 ολόκληρα χρόνια, όμως, το καθεστώς τής απαγόρευσε να ξαναδημοσιεύσει ποιήματα και βίωσε σειρά επεισοδίων με συνεχείς διώξεις και εξευτελισμούς.

Τα δικά της βιβλία γίνονται πολτός το 1925, οι πόρτες των εκδοτικών οίκων είχαν αρχίσει να κλείνουν γι’ αυτή, αλλά εκείνη συνέχιζε να αντιστέκεται στον παραλογισμό της εποχής και επιχειρεί έναν τρίτο γάμο, το 1923, με τον ιστορικό τέχνης Νικολάι Πούνιν.

Αν και τίποτα από αυτά δεν επηρέασε την ποιητική δημιουργία της, η κατάσταση της υγείας της κλονίστηκε, δεδομένου ότι έπασχε από συνεχή κρούσματα φυματίωσης.

Η ζωή της ήταν γεμάτη και από άσχημες στιγμές, ωστόσο, αφού μετά την εκτέλεση του πρώτου της συζύγου, ακολούθησε ο εγκλεισμός του γιου της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο τρίτος της σύζυγος καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα και πέθανε στη φυλακή. Είδε ποιητές και ανήσυχα πνεύματα του κύκλου της να φυλακίζονται, να εξορίζονται, να αυτοκτονούν και να εξαφανίζονται από προσώπου γης.

Λόγω της σημαντικότητας του έργου της, με διαταγή του Στάλιν, η Αχμάτοβα ήταν από τους λίγους διανοούμενους που επιλέχθηκε να μεταφερθεί από τη Πολιορκία του Λένινγκραντ στη Τασκένδη. Η κατάσταση την ώθησε να επιχειρήσει να διαδώσει με όποιον τρόπο μπορεί το «Ρέκβιεμ» το 1935, το οποίο γνώρισε ευρεία απήχηση στα χρόνια του πολέμου.

Το γεγονός θορύβησε τόσο πολύ το καθεστώς, ώστε να εισηγηθεί ο αρμόδιος γραμματέας πολιτισμού της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. (της τέως ΕΣΣΔ) την καταγγελία της ως «ιδεολογικού αποδιοργανωτή και εκπροσώπου του αντιδραστικού σκοταδισμού», με αποτέλεσμα να αποκλειστεί από την Ένωση Συγγραφέων.

Οι συνθήκες που επικράτησαν επηρέασαν ακόμα και τον γιο της, ο οποίος δε τη συγχώρεσε ποτέ, ούτε όταν απελευθερώθηκε οριστικά το 1956, αφού πέρασε
δέκα πολύ σκληρά χρόνια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Σιβηρίας
.

Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει το 1956, οπότε της επιτράπηκε να δημοσιεύσει ορισμένα από τα έργα της. Η προσήλωσή της στο στοχασμό της ποίησης αποτυπώνεται και σε ένα από τα τελευταία της έργα, το «Ποίημα Χωρίς Ήρωες», που άρχισε να γράφεται από το 1940–1942 και διασκευαζόταν συνεχώς, ως το 1962 που εκδόθηκε στο Μόναχο. Το εμβληματικό  «Ρέκβιεμ» εκδόθηκε επίσημα ένα χρόνο μετά, επίσης στο Μόναχο.

Το 1963 τιμήθηκε με το βραβείο Αίτνα-Ταορμίνα και το 1965 έλαβε διάκριση από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Λίγους μήνες μετά, και συγκεκριμένα στις 5 Μαρτίου 1966, η Αχμάτοβα άφησε την τελευταία της πνοή από έμφραγμα, σε ηλικία 76 ετών σε ένα σανατόριο στην πόλη Ντομοντέντοβο νότια της Μόσχας. Η σορός της μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Αγία Πετρούπολη και ετάφη στο κοιμητήριο του Κομαρόβο.

Η Αχμάτοβα ανήκει στους ποιητές που ξεπέρασαν το συμβολισμό της ποίησης, αναζητώντας την αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου μέσα από τη δική της ψυχική πολυμορφία πέρα από την πρωτοποριακή της ποιητική σκέψη. Η ποίησή της διακρίνεται από την καθαρότητα και την πυκνότητα της έκφρασης και από το μεγάλο ψυχικό βάθος που ανέδειξε πως κατείχει και από τον ίδιο της τον βίο.

Πολέμησε με σθένος κάθε δυσκολία, έδωσε μάχη με τη δυστυχία και τις διώξεις, και υπήρξε, όχι μόνο μέχρι το τέλος της ζωής της αλλά μέχρι και σήμερα, αστείρευτη πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες.

Η χαρισματική προσωπικότητά της, ο ερωτισμός και η θυελλώδης συναισθηματική ζωή της επηρέασαν, όχι μόνο λογοτέχνες, αλλά και ζωγράφους, γλύπτες και φωτογράφους, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην γοητεία της.

Η UNESCO κήρυξε το έτος 1989 «Έτος Αχμάτοβα» προς τιμήν της ενώ εξακολουθούν να γίνονται έργα και εκδηλώσεις με θέμα την ζωή της.

Τέλος, υπάρχει το Μουσείο Άννα Αχμάτοβα που είναι αφιερωμένο στη ζωή της πιο σημαντικής εκπροσώπου ποίησης της «Αργυρής Εποχής» στη Ρωσία.

Το μουσείο στεγάζεται στο μπαρόκ Ανάκτορο Σερεμέτεφ στην Αγία Πετρούπολη, ένα κτήριο που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1750, και καταλαμβάνει τα παλαιά διαμερίσματα όπου έζησε και εργάστηκε η Αχμάτοβα για πολλά χρόνια, από το 1933 έως το 1941 και ξανά από το 1944 έως το 1954.

Οι αίθουσες του μουσείου φιλοξενούν προσωπικά αντικείμενα από την ιδιαίτερη ζωή της ενώ οι ηχογραφήσεις που μπορεί να ακούσει ο επισκέπτης, με τη φωνή της ίδιας να διαβάζει ποιήματά της, δίνουν την αίσθηση ότι η Αχμάτοβα ζει και θα συνεχίσει να ζει μέχρι να σταματήσει ο κόσμος να την θυμάται.