Κατά τη διάρκεια των αγώνων ανεξαρτησίας της Ελλάδας υπήρξαν πολλοί οι υπήκοοι ξένων και κυρίως ευρωπαϊκών χωρών, άντρες και γυναίκες, που ανέπτυξαν φιλελληνικές δράσεις. Ως θαυμαστές του ελληνικού πολιτισμού προσπάθησαν να προσφέρουν στην χώρα μας κάθε είδους βοήθεια και στήριξη που μπορούσαν ενισχύοντας τους αγώνες των Ελλήνων τόσο οικονομικά, όσο και ψυχολογικά. Τα ονόματα των περισσοτέρων από αυτούς έχουν δωθεί σε οδούς και πλατείες της χώρας ως ελάχιστο δείγμα ευχαριστίας για την σημαντική συνεισφορά τους.

Μια θαυμάστρια της Ελλάδας που αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της αποδεικνύοντας με κάθε τρόπο τα φιλελληνικά της αισθήματα ήταν και η Γαλλίδα Λουίζα Ριανκούρ (Louise Riencourt).

Παρόλο που με το πέρασμα των χρόνων το όνομά της ξεχάστηκε και σε πολλούς νεώτερους είναι εντελώς άγνωστο, στην εποχή της βρισκόταν συνέχεια στο επίκεντρο της δημοσιότητας για κάθε ενέργεια που έκανε. Αυτό ήταν άλλωστε και κάτι που επεδίωκε η ίδια συντάσσοντας πληθώρα κειμένων και κάνοντας τις απαραίτητες δημόσιες σχέσεις. Βρισκόταν δίπλα σε ανθρώπους που επηρρέαζαν την κοινή γνώμη και δημοσίευε φιλελληνικές επιστολές και μελέτες της σε ελληνικές και γαλλικές εφημερίδες.

Η παιδική ηλικία και η πρώτη επαφή με την ελληνική ιστορία

Η Louise Riencourt γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1846 στο Saint Didier της Γαλλίας σε οικογένεια αριστοκρατών.

Όπως αναφέρει η ίδια στην βιογραφία της, από μικρή αντιμετώπισε την απόρριψη των δικών της ανθρώπων για το γεγονός ότι γεννήθηκε γυναίκα σε μια οικογένεια που προτιμούσε έναν αρσενικό διάδοχο και σε μια κοινωνία που δεν προέβλεπε για το φύλο της ότι θα μπορέσει να καταφέρει πολλά στη ζωή της. Επίσης το γεγονός ότι δεν θεωρούταν ιδιαίτερα όμορφη, την απέκλειε θεωρητικά και από την δυνατότητα να βρει εύκολα κάποιον άντρα να αποκατασταθεί.

Στερήθηκε την στοργή και το πραγματικό ενδιαφέρον των γονιών της και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με αυστηρούς κανόνες και σκληρή πειθαρχία. Η ίδια όμως υποστήριξε ότι τελικά αυτό βοήθησε στο να γίνει ένα υπεύθυνο και ανεξάρτητο άτομο, αφού έμαθε να διαχειρίζεται μόνη της τις καταστάσεις της ζωή της.

Παρ’ όλα αυτά όμως οι γονείς της επένδυσαν σημαντικά και από πολύ νωρίς στην καλή εκπαίδευση των παιδιών τους. Η Λουίζ έμαθε από μικρή ξένες γλώσσες και είχε πρόσβαση σε ποικιλία βιβλίων.

Τα βιβλία λοιπόν έγιναν το αποκούμπι της, ο παράλληλος κόσμος στον οποίο ταξίδευε βγαίνοντας για λίγο από την ανιαρή και δυσάρεστη καθημερινότητά της και μια τεράστια πηγή γνώσεων για ανθρώπους και πολιτισμούς που δεν ήξερε ότι υπάρχουν.

Κάπως έτσι ήρθε σε επαφή και με την Ελλάδα διαβάζοντας αρχικά για την βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων. Η ιστορία της χώρας που «στα πολύ παλαιά χρόνια ήταν αρχαία, µετά έγινε βυζαντινή και τώρα ήταν η νέα Ελλάδα» της κέντρισε το ενδιαφέρον και άρχισε να ψάχνει όλο και περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτή.

Παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς της, αποφάσισε σύντομα να φύγει από τη Γαλλία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα αποσκοπώντας στο να γνωρίσει από κοντά πλέον τη χώρα που κέρδισε την ιδιαίτερη συμπάθειά της. Στην Αθήνα δεν άργησε να δικτυωθεί και να μπει στους κύκλους σημαντικών ντόπιων οικογενειών.

Κάποια στιγμή επέστρεψε προσωρινά στη Γαλλία για να παντρευτεί τον κόμη Ριανκούρ, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Ραούλ και την Ελίζα. Λίγα χρόνια αργότερα όμως μετακόμισε εκ νέου στην Ελλάδα, όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό της.

Οι φιλανθρωπικές και φιλελληνικές δράσεις

Η Γαλλίδα κόμισσα έδειχνε τα φιλελληνικά της συναισθήματα με κάθε δυνατό τρόπο και όλες οι προσωπικές και δημόσιες κινήσεις της αποσκοπούσαν στο να βοηθήσουν το συμφέρον και την ανάπτυξη της Ελλάδας.

Η ίδια ήταν φιλάνθρωπη και αυτό που λέμε ανοιχτοχέρα. Οι πηγές αναφέρουν ότι οργάνωνε πολύ συχνά δεξιώσεις στο πολυτελές σπίτι της, όπου παρευρίσκονταν μέλη αριστοκρατικών και βασιλικών οικογενειών και συγκέντρωνε χρήματα για να βοηθήσει τους φτωχούς και τα ορφανά. Το 1905 έδωσε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών, μαζί και το οικόπεδο, για να χτιστεί εργοστάσιο, όπου άπορες κοπέλες θα δημιουργούσαν ερχόχειρα και κεντήματα.

Έκανε σημαντικές δωρεές σε νοσοκομεία και διάφορους Συλλόγους, ενώ προσέφερε και ένα μεγάλο ποσό στην εκκλησία του Πανάγιου Τάφου. Επίσης συνήθιζε να δίνει βραβεία σε αριστούχους μαθητές, που ήταν παιδιά άπορων οικογενειών.

Το 1908, μετά από αίτημα του διευθυντή Γιάννη Σβορώνου, αγόρασε και δώρησε στο Νομισματικό Μουσείο μια σπουδαία συλλογή βυζαντινών νομισμάτων, η οποία φέρει σήμερα το όνομά της. Η συλλογή περιλαμβάνει 192 χρυσά, 74 αργυρά και 264 χάλκινα νομίσματα, Σκουφάτα και Κωνσταντινάτα, πάνω στα οποία απεικονίζονται γνωστές ιστορικές μορφές βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Μεταξύ άλλων διοργάνωσε εράνους για το Άσυλο Ανιάτων και για τα θύματα του Μακεδονικού Αγώνα. Να σημειώσουμε κάπου εδώ ότι φρόντισε ο ίδιος ο γιός της να καταταγεί στον ελληνικό στρατό και το 1912 πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως υπαξιωματικός.

Η Λουίζ Ριανκούρ μιλούσε άπταιστα ελληνικά και ζούσε σαν πραγματική Ελληνίδα, ακολουθώντας τον τρόπο ζωής και τα δρώμενα της περιοχής, έχοντας κύριο σκοπό της ζωής της την βοήθεια αυτής της χώρας. Ως τιμή και αναγνώριση της προσφοράς της το ελληνικό κράτος της έδωσε την ελληνική ιθαγένεια τον Νοέμβριο του 1902.

Επίσης, το 1919 ο Δήμος Αθηναίων έδωσε το όνομά της σε δρόμο της περιοχής των Αμπελοκήπων. Η οδός Λουίζης Ριανκούρ έμελε να γίνει γνωστή πολλά χρόνια μετά όταν το 1992 διαδραματίστηκε εκεί μια αποτυχημένη ενέδρα της αστυνομίας να συλλάβει κάποια μέλη της «17 Νοέμβρη».

Η Λουίζ Ριανκούρ πέθανε στην Αθήνα σαν σήμερα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1941 και σε ηλικία 95 ετών.

 

Πληροφορίες από το βιβλίο «Πεθαίνουμε εκεί που αγαπάμε – Βιογραφία της Λουίζας Ριανκούρ» της Μίτση Σκ. Πικραµένου, βασισμένο στο ερευνητικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη.