Νομίζω ότι αυτή την εβδομάδα οι περισσότεροι ξέρατε ήδη για ποιόν δολοφόνο θα μιλήσουμε.

Η είδηση του θανάτου του δεν μου άφησε περιθώρια να κάνω κάποια άλλη υπόθεση σήμερα, οπότε σας παρουσιάζω τον «μακελάρη της Θάσου» ή κατά κόσμον Θεόφιλο Σεχίδη!

Ο Σεχίδης γεννήθηκε το 1972 στη Θάσο. Το 1996 ο 24χρονος τότε φοιτητής Νομικής σκότωσε μαζικά 5 μέλη της οικογένειάς του. Γιατί; Γιατί νόμιζε ότι συνωμοτούσαν εναντίον του και ήθελαν να τον «βγάλουν από τη μέση».

«Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνωμοσία σε βάρος μου», ήταν η δήλωσή του προς τους δημοσιογράφους λίγο μετά την ομολογία του, ενώ είχε πει «Όταν ξέρεις ότι ο ίδιος έχεις το δίκιο με το μέρος σου, απλά δεν ανησυχείς. Εγώ κοιτάζω να τα έχω καλά πρώτα με τη συνείδησή μου και έπειτα με οποιονδήποτε άλλον».

Κατά την διάρκεια της ομολογίας του, της αναπαράστασης των εγκλημάτων του, αλλά και συνέντευξής του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο Θεόφιλος Σεχίδης με τρομακτική ψυχραιμία είχε περιγράψει κάθε στιγμή του πενταπλού φονικού.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Το χρονικό μιας πενταπλής δολοφονίας

Στις 19 και 20 Μαΐου του 1996 σκότωσε και τεμάχισε 5 μέλη της οικογένειάς του, διότι πίστευε πως εκείνοι είχαν συνωμοτήσει εναντίον του με σκοπό να τον σκοτώσουν. Το έγκλημα έγινε γνωστό στις 8 Αυγούστου του ίδιου έτους.

Ο πρώτος του φόνος ήταν αυτός του 58χρονου θείου του. Ο θείος του ήταν κάτοικος Βελγίου και είχε έρθει στην Ελλάδα για να μιλήσει με την οικογένεια Σεχίδη και να βρουν λύση στις εμμονές του Θεόφιλου (τραγική ειρωνειά να σε λένε Θεόφιλο και να είσαι δολοφόνος). Τον θείο του αρχικά τον έσπρωξε από γκρεμό, αφού υπήρξε καβγάς μεταξύ τους διότι πίστευε ότι ήθελε να τον σκοτώσει. Μετά έκοψε το κεφάλι του «για να μην βασανίζεται άλλο».

Την ίδια μέρα, πυροβόλησε τον 55χρονο πατέρα του, Δημήτρη, επειδή εκείνος κρατούσε μαχαίρι, οπότε φοβήθηκε ότι ήθελε να τον δολοφονήσει (ίσως ήθελε να καθαρίσει ένα μήλο ο άνθρωπος). Στη συνέχεια του έκοψε την καρωτίδα αρτηρία του.

Λίγο αργότερα, σκότωσε την 48χρονη μητέρα του, Μαρία, αποκεφαλίζοντάς τη χρησιμοποιόντας δύο μαχαίρια, καθώς και αυτή κρατούσε μαχαίρι (αυτή η οικογένεια με τα μαχαίρια στα χέρια κυκλοφορούσε;).

Στο τέλος σκότωσε την 27χρονη αδερφή του, Ερμιόνη Σεχίδη, η οποία έπασχε και εκείνη από βαριάς μορφής σχιζοφρένεια (ήταν σίγουρα αδέρφια, πάντως!), με τον ίδιο τρόπο. Μετέφερε τα πτώματα στο υπνοδωμάτιο, καθάρισε το σπίτι και έπεσε για ύπνο.

Ο Σεχίδης αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων και τους διατήρησε στο ψυγείο, για «μεταγενέστερη μελέτη» όπως ισχυρίστηκε, καθώς είχε κάποιες γνώσεις ιατρικής, οπότε why not? «Είχα κάποιες ψυχιατρικές και άλλες γνώσεις ανατομίας και ήθελα να τους μελετήσω. Δεν διατηρήθηκαν σε καλή κατάσταση και τους πέταξα».

Την επόμενη ημέρα, η 75χρονη γιαγιά του Σεχίδη, Ερμιόνη, πήγε στο σπίτι της οικογένειας και εκείνος της έκοψε το λαιμό. Γιατί; Σωστά μάντεψες! Ισχυρίστηκε ότι εκείνη ήθελε τον τραυματίσει με ένα… μαχαίρι!

Την ίδια μέρα που σκότωσε τη γιαγιά του, τεμάχισε όλα τα πτώματα με αλυσοπρίονα ακούγοντας Τσαϊκόφσκι (δολοφόνος με επίπεδο!), εκτός από αυτό του θείου του. Τα τοποθέτησε σε σακούλες σκουπιδιών και τα πέταξε στη χωματερή της Καβάλας. Πέρασε τρεις φορές με πλοίο από τη Θάσο στην Κεραμωτή, έχοντας τις σακούλες στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του!

Οι έρευνες και η ομολογία

Τα εγκλήματα άρχισαν να ερευνώνται, μετά από καταγγελία στην βελγική αστυνομία από την Ελένη Σεχίδη, η οποία κατοικούσε στο Βέλγιο και ήταν σύζυγος του θείου του Θεόφιλου Σεχίδη, για εξαφάνιση των μελών της οικογένειας Σεχίδη αλλά και του ίδιου. Η αστυνομία δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία, ώστε να συνεχίσει την έρευνα. Ο Σεχίδης προσποιούνταν ότι δεν γνώριζε που βρίσκονται οι συγγενείς του και ότι τους έψαχνε και αυτός.

Στα τέλη Μαΐου, η σύζυγος του Βασίλη Σεχίδη, Ελένη, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του. Σε όλες τις κλήσεις προς το σπίτι της οικογένειας στη Θάσο απαντούσε μόνο ο ανιψιός της, Θεόφιλος. «Μου έλεγε ότι όλοι απουσίαζαν και ότι ο σύζυγός μου και θείος του είχε φύγει ξαφνικά, τη μία φορά στο Βέλγιο, την άλλη στην Ιταλία», είπε η ίδια αργότερα. Η Ελένη Σεχίδη δήλωσε στις βελγικές Αρχές την εξαφάνιση του συζύγου της και των υπολοίπων συγγενών. Στις έρευνες αναζήτησης πήρε μέρος και η Ιντερπόλ, χωρίς αποτέλεσμα.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η ίδια έφθασε με τον γιο της στη Φλώρινα, τόπο καταγωγής της οικογένειας, για να συνεχίσει την έρευνα. Εκεί βρέθηκε και ο Θεόφιλος Σεχίδης, λέγοντας ότι επίσης αγωνιούσε για την τύχη των συγγενών του. «Η συμπεριφορά του ήταν περίεργη. Καθίσαμε να φάμε, τη μια στιγμή κοιτούσε το πιάτο του και την άλλη εμάς, στα μάτια. Ανέφερα το περιστατικό στην Αστυνομία», κατέθεσε η θεία του.

Η αστυνομία ξεκινά να ερευνά την «υπόθεση εξαφάνισης». Ανακρίνει πολλές φορές τον Σεχίδη, αλλά αυτός ξεγελά τους πάντες και δεν ομολογεί παρά μόνο τον Αύγουστο του ίδιου έτους, μετά από ολονύχτια ανάκριση.

«Σκότωσα τα θύματά μου αμυνόμενος. Υπήρξε οικογενειακή συνομωσία. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δε μου έλεγαν την αλήθεια. Τον πατέρα μου και τον θείο μου τους σκότωσα με όπλο. Τη μητέρα μου, την αδελφή μου και τη γιαγιά μου τις αποκεφάλισα με δύο μαχαίρια», είπε στην ομολογία του ο 24χρονος τότε φοιτητής της Νομικής.

«Δυο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο (…) Είναι μια ξεχωριστή εμπειρία, που αναφέρεται σε ανατομία του εγκεφάλου κ.λπ. Γι’ αυτό. Επειδή είχα ασχοληθεί μ’ αυτά. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο;» περιγράφει σοκαριστικά.

Για την «ανατομική μελέτη» που ήθελε να διεξάγει λέει ότι δεν έγινε ποτέ, καθώς, όπως είπε ο ίδιος «ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω, είχε αλλοιωθεί και το πέταξα».

«Ήταν τόσο μακάβριο και συγκλονιστικό αυτό που αντίκρισα στο σπίτι-φρούριο που δεν περιγράφεται. Στους τοίχους, στις τουαλέτες, στα ταβάνια ήταν πεταμένα υπολείμματα εγκεφαλικής ουσίας μετά τους πυροβολισμούς. Σ’ όλο το σπίτι υπήρχε αίμα που είχε ξεραθεί. Το χαλί ήταν κόκκινο από το αίμα, ιδιαίτερα στο σημείο όπου σκότωσε την αδελφή του, την οποία χτύπησε μόνο στον θώρακα. Βρέθηκαν δύο αλυσοπρίονα και ένας πέλεκυς. Με τα σιδηροπρίονα έκοβε τα οστά των πτωμάτων και με το μαχαίρι τις σάρκες. Είναι φοβερό».

δήλωση ιατροδικαστή Γεωργιάδη στην «Απογευματινή»

Ο ιατροδικαστής συμπλήρωσε πως στους τοίχους ο δολοφόνος είχε γράψει τη λέξη «λάθος». (Επίσης, είναι σοκαριστικό ότι δεν μπήκε καν στον κόπο να καθαρίσει τον τόπο του εγκλήματος.)

Στις 10 Αυγούστου ο Σεχίδης οδηγήθηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Καβάλας και την επομένη στον ανακριτή, δηλώνοντας: «Δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα, έπρεπε να το κάνω, βρισκόμουν σε αυτοάμυνα». Βγαίνοντας, πάντα χαμογελαστός και ήρεμος είπε στους δημοσιογράφους, στους οποίους μιλούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης: «Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό»!

Με τη δικογραφία που σχηματίσθηκε σε βάρος του, ο Θεόφιλος Σεχίδης οδηγήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Καβάλας. Η δίκη διεξήχθη στις 20 Ιουνίου 1997 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε πέντε φορές ισόβια για τις ανθρωποκτονίες κατά συρροή και σε ποινή φυλάκισης 7,5 ετών για οπλοχρησία, οπλοκατοχή, οπλοφορία και για περιύβριση νεκρού. Από τους αστυνομικούς ζήτησε μόνο «να ακούει Μπαχ ή αν αυτό δεν είναι εφικτό, κλασική μουσική και να διαβάζει βιβλία» (Σουρεάλ!).

Λίγο πριν από τον Σεπτέμβρη του 1997 μεταφέρθηκε στον Κορυδαλλό για ψυχιατρική παρακολούθηση, καθώς παρουσίασε ψυχολογικές διαταραχές και δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Η γνωμάτευση της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε, έδειξε «εγκεφαλικά ευρήματα που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν φυσιολογικά».

Ο Σεχίδης άφησε την τελευταία του πνοή στην ψυχιατρική κλινική του Κορυδαλλού το πρωί της Τρίτης 12 Φεβρουαρίου του 2019.

Η πιθανή αιτία θανάτου του (η ιατροδικαστική έκθεση θα το επιβεβαιώσει) φαίνεται να είναι η ανακοπή καρδιάς, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα εδώ και χρόνια και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ήταν υπέρβαρος και την ώρα του μπάνιου αισθάνθηκε δύσπνοια. Μεταφέρθηκε αμέσως στο Νοσοκομείο Κρατουμένων, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Και αφού τελειώσαμε με την υπόθεση Σεχίδη, σας παραθέτω το δικό σας χιούμορ για να μην λέτε ότι μονό εγώ σαρκάζω τις υποθέσεις.

«Όλα τα μέλη της οικογένειας Σεχίδη είναι συγκλονισμένα από την ανακοίνωση του θανάτού του»! Γελάω! Το έχω δει δημοσιευμένο παντού και δυστυχώς δεν γνωρίζω ποιός το έγραψε πρώτος για να του δώσω τα εύσημα.

Ηθικό δίδαγμα: Χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό!

Αν θέλεις να δεις τον Σεχίδη από τα μάτια του κύριου Πάνου Κοκκινόπουλου, σου παραθέτω δύο εξαιρετικά επεισόδια από τις σειρές «Κόκκινος κύκλος« και «10η εντολή«.

Τα λέμε την επόμενη Παρασκευή στις 18:00, μέχρι τότε #staysafe

Τα φιλιά μου και τα δέοντα!

 

Η ενότητα «Ιστορίες για αγρίους» παρουσιάζει ανθρώπους που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τα εγκλήματά τους. Με μια δόση χιούμορ δίνουμε μια πιο ανάλαφρη διάθεση στην αφήγηση, χωρίς φυσικά να αναιρούμε την σοβαρότητα των γεγονότων ή να παίρνουμε θέση σε αυτά.

Στόχος μας είναι η ενημέρωση και ο προβληματισμός. Αφήνοντας στην άκρη τα βίαια σκηνικά, να ερευνήσουμε την περιπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και το πως κανείς μπορει να βγει εκτός ορίων υπό ορισμένες συνθήκες.

Αν θέλεις να δεις κάποια συγκεκριμένη υπόθεση στις “Ιστορίες για αγρίους” στείλε e-mail στο info@montelaki.gr με θέμα “Ιστορίες για αγρίους”.