Η Γεωργία Βασιλειάδου δεν είναι απλά άλλη μια διάσημη ηθοποιός της λίστας, ούτε της κάνουμε τη χάρη σήμερα που είναι η επέτειος μνήμης της. Η Βασιλειάδου είναι μια γυναίκα για την οποία αξίζει να ειπωθούν μερικά πράγματα παραπάνω, που ίσως δεν είναι γνωστά σε όλους.

Γεννημένη στην Αθήνα την Πρωτοχρονιά του 1897 η Γεωργία Αθανασίου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ήταν ένα από τα 10 παιδιά μιας αρκετά φτωχής οικογένειας. Από την ηλικία των 7 ετών δούλευε στο μαγαζί με κορνίζες που είχε ο θείος της για να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά της. Σύντομα αναγκάστηκε να αφήσει και το σχολείο και η παιδική της ηλικία κύλισε κάθε άλλο παρά εύκολα και ανέμελα.

Μοναδική διέξοδος της μικρής Γεωργίας ήταν το τραγούδι και η ωραία φωνή της ήταν γνωστή στη γειτονιά. Από μικρή έλεγε ότι ήθελε να γίνει τραγουδίστρια ή ηθοποιός και είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Γεννήθηκα 13 ετών, ημέρα του Αγίου Γεωργίου, όταν πρωτάκουσα για θέατρο από μια συμμαθήτριά μου κι αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό»!

Τα πρώτα καλλιτεχνικά βήματα

Η πρώτη της καλλιτεχνική εμφάνιση ήταν το 1922 στη σημερινή Λυρική σκηνή και στην χορωδία της όπερας του Βέρντι «Ο Ερνάνης» ως μέτζο σοπράνο. Δοκιμάζοντας αποφασιστικά την τύχη της παρουσιάστηκε μόνη της στις πρόβες του θίασου και ζήτησε να δοκιμαστεί για έναν ρόλο. Και τα κατάφερε.

Παρά τις αντιξοότητες της ζωής της, η αγάπη της για την τέχνη της έδωσε ισχυρό κίνητρο να προχωρήσει και έτσι έναν χρόνο αργότερα ξεκίνησε σπουδές φωνητικής στη Γεννάδειο Σχολή. Παρόλο που η νεαρή Γεωργία απολάμβανε την υποστήριξη και επιβράβευση των δασκάλων της για το ταλέντο της στο τραγούδι, η οικογένειά της ήταν έντονα αρνητική σε αυτή της την απόφαση προσπαθώντας να την αποτρέψει. Κάπως έτσι κι εκείνη άλλαξε το επίθετό της σε Βασιλειάδου, ώστε να ακολουθήσει την καλλιτεχνική πορεία που ήθελε χωρίς να εκθέτει την οικογένειά της.

Σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν ούτως ή άλλως μειονεκτική, η Γεωργία Βασιλειάδου βίωσε την σκληρή απαξίωση των ανθρώπων από το πιο κοντινό της περιβάλλον. Ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι και στο χωριό της ήταν μια δακτυλοδεικτούμενη, ακόμα και όταν πλέον είχε γίνει διάσημη. 

Η αγάπη της για το θέατρο την έκανε να εγκαταλείψει σύντομα το τραγούδι και να κυνηγήσει την καταξίωση στο σανίδι. Υπήρξε μέλος στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και αργότερα στου Αιμίλιου Βεάκη συμμετέχοντας σε πολλές πετυχημένες παραστάσεις μέχρι το 1935, όταν αποφάσισε για προσωπικούς λόγους να σταματήσει.

Προσωπική ζωή

Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη προσωπική ζωή της Γεωργίας Βασιλειάδου και πολλές από τις πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο είναι λανθασμένες. Φαίνεται όμως πως έχει παντρευτεί δύο φορές, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, και με τον πρώτο της άντρα απέκτησε την μοναχοκόρη της Φωτεινή.

Το 1935, έγκυος στην κόρη της και μετά τη διάλυση του πρώτου γάμου της, αποφάσισε να σταματήσει την καριέρα της στο θέατρο και να αφοσιωθεί στο παιδί της απορρίπτοντας και μια μεγάλη πρόταση για περιοδεία στην Αμερική. Μετά από αυτή της την απόφαση το Εθνικό Θέατρο της έκλεισε κυριολεκτικά κάθε πόρτα, καθώς για κάποιο λόγο εκείνη την εποχή ήταν υποτιμητέο για μια γυναίκα να μεγαλώνει μόνη της, χωρίς άντρα, ένα παιδί. Για άλλη μια φορά λοιπόν η Βασιλειάδου ένιωσε την κοινωνική απαξίωση και για άλλη μια φορά συνέχισε σθεναρά να παλεύει μόνη της υποστηρίζοντας τις επιλογές της μέχρι τέλους.

Η δράση της στον πόλεμο

Τα επόμενα χρόνια της Κατοχής ο ελληνικός λαός δοκιμάστηκε σκληρά. Η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν μια από τους καλλιτέχνες που συνέχισαν να δίνουν παραστάσεις προσπαθώντας να ελαφρύνουν την ψυχολογία του βασανισμένου λαού. Τα χρήματα που έβγαζε ήταν ελάχιστα, πολλές φορές και καθόλου, και παρόλο που η ίδια κυκλοφορούσε με σκισμένα παππούτσια, έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη.

Όταν μάζευε κάποια χρήματα, αγόραζε τρόφιμα και μαγείρευε φαγητό για τα πεινασμένα παιδάκια της γειτονιάς της. Πήγαινε σε γιορτές και συγκεντρώσεις των στρατιωτών προσπαθώντας να ανεβάσει το ηθικό τους, ενώ επισκεπτόταν συχνά τα νοσοκομεία προσφέροντας την βοήθειά της στους τραυματίες. «Εγώ δίνω κι ο Θεός μου τα δίνει απ’ αλλού», συνήθιζε να λέει.

Εκείνα τα χρόνια η Γεωργία Βασιλειάδου γνωρίστηκε με την σπουδαία ερμηνεύτρια Σοφία Βέμπο, η οποία έγινε στενή φίλη της και αργότερα την βοήθησε και επαγγελματικά. Μαζί είχαν οργανώσει και συσσίτιο για τους άπορους ηθοποιούς, στους οποίους μαγείρευαν και πρόσφεραν φασολάδα κάθε μέρα στον κινηματογράφο «Ρίαλτο» στην Κυψέλη.

Η δεύτερη φάση της καριέρας της

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η απομόνωση απο την οικογένειά της, η εξίσου δύσκολη και μοναχική ενήλικη ζωή με έναν αποτυχημένο γάμο κι ένα παιδί, η απαξίωση ακόμα και από το επαγγελματικό περιβάλλον δεν λύγισαν την αγαπημένη ηθοποιό. Όσες καταστάσεις θα μπορούσαν δυνητικά να την ισοπεδώσουν, έγιναν τα εναύσματα να δυναμώνει ακόμα περισσότερο, να μην τα παρατάει. Αηδιασμένη από το ψέμα και την αδικία τριγύρω εκείνη συνέχιζε την πορεία της με δύναμη και αξιοπρέπεια έχοντας απομακρυνθεί για μια δεκαετία περίπου από τον χώρο του θεάματος. Και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα επέστρεφε στο θέατρο ποτέ ξανά, αν δεν έμπαιναν στη ζωή της δύο άνθρωποι. Η φίλη της Σοφία Βέμπο και ο θεατρικός συγγραφέας Άγγελος Σακελλάριος.

Το 1939, ο Άγγελος Σακελλάριος βρήκε τυχαία την Βασιλειάδου στο καφέ και στέκι ηθοποιών «Στέμμα», καθώς έψαχνε μια γυναίκα για το ρόλο της κουτσομπόλας στην θεατρική παράσταση «Κορίτσια της Παντρειάς». Την έπεισε να δεχτεί το ρόλο, τον οποίο φυσικά ενσάρκωσε με μεγάλη επιτυχία και έγινε το εισιτήριό της για να μπει στον χώρο που τόσο αγαπούσε.

Σ’ αυτό το δεύτερο ξεκίνημα της καριέρας της η Γεωργία Βασιλειάδου είχε ήδη κλείσει τα 40 της χρόνια, όμως αυτό είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να θεωρήσει εμπόδιο μια γυναίκα σαν εκείνη. Από τη μία η ισχυρή της θέληση και δυναμικότητα, που χαρακτήριζαν όλη τη ζωή της, και από την άλλη το αδιαμφισβήτητο ταλέντο της, της εξασφάλισαν την επιτυχία και την αγάπη του κοινού μέχρι σήμερα.

Το 1948 έπαιξε στην γνωστή σατυρική-κοινωνική ταινία «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται». Ακολούθησαν μεγάλες θεατρικές και κινηματογραφικές επιτυχίες και η Βασιλειάδου έγινε διάσημη στο ευρύ κοινό ως η «ομορφότερη άσχημη» του ελληνικού κινηματογράφου. «Ο Γρουσούζης», «Η Καφετζού», «Η Ωραία των Αθηνών» ήταν τρεις διαδοχικές ταινίες της Φίνος Φιλμς που την καθιέρωσαν. Το 1957 η πασίγνωστη επιτυχία «Η Θεία από το Σικάγο» απογείωσε τη φήμη της στο ελληνικό κοινό και αποτελεί μια από τις αγαπημένες και πιο χαρακτηριστικές ερμηνείες της μέχρι σήμερα.

Το 1961 η Γεωργία Βασιλειάδου μαζί με τους σπουδαίους κωμικούς ηθοποιούς Βασίλη Αυλωνίτη και Νίκο Ρίζο έκαναν μια εκρηκτική συνεργασία στην ταινία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός» χαρίζοντας άφθονο γέλιο. Η επιτυχία της συνεργασίας τους οδήγησε στο να φτιάξουν οι τρεις τους έναν θίασο και να κάνουν περιοδεία σε όλη την Ελλάδα και στη Γερμανία με εξίσουν τεράστια επίτυχία.

Η Βασιλειάδου έπαιξε συνολικά σε 49 κινηματογραφικές παραγωγές, οι 14 εκ των οποίων ήταν της Φίνος Φιλμς, και σε μεγάλο αριθμό θεατρικών παραστάσεων. Έπαιξε επίσης στην δραματική τηλεοπτική σειρά «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».

Η «ομορφότερη άσχημη» του κινηματογράφου

Οι ρόλοι της Βασιλειάδου ήταν κατά κύριο λόγο κωμικοί και τους χαρακτήριζε το σαρκαστικό χιούμορ, που διέθετε η ίδια και στην πραγματικότητα. Κάθε σκηνή στην οποία εμφανιζόταν είχε και μια νέα ξεκαρδιστική ατάκα, την οποία πετούσε με μια χαρακτηριστική φυσικότητα, λες και δεν ήταν σε ρόλο εκείνη τη στιγμή. Ο Κώστας Χατζηχρήστος την αποκαλούσε «Η κωμικιά των κωμικών, ω κωμικιά!».

Η Γεωργία Βασιλειάδου δεν ήταν η πιο όμορφη γυναίκα εμφανισιακά, αλλά αυτό δεν μου φαίνεται και αρκετός λόγος για να θεωρείται και η πιο άσχημη (εντός ή εκτός εισαγωγικών). Πάντως η εξωτερική της εμφάνιση ήταν ένα σύνηθες θέμα συζήτησης που γινόταν για εκείνη και οι ρόλοι της ήταν αντίστοιχοι αυτής της ιδιαιτερότητας. Η Βασιλειάδου βέβαια δεν νοιαζόταν και πολύ γι’αυτό, είχε την τάση να αυτοσαρκάζεται και σε κάθε περίπτωση να υποστηρίζει τον εαυτό της. Όταν κάποια στιγμή ο Νίκος Τσιφόρος της είπε: «Βρε Γεωργία, το σκέφτηκες να πας να κάνεις πλαστική στο πρόσωπο;», εκείνη του έδωσε την αποστομωτική απάντηση: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι άμα τις έπαιζα;»!

Και σ’ αυτή ακριβώς την απάντηση βρίσκεται όλη η ουσία της ανεπανάληπτης Γεωργίας Βασιλειάδου. Καμία από τις μεγάλες δυσκολίες που έζησε και καμία ατέλεια στην εξωτερική της εμφάνιση δεν στάθηκαν αρκετά για να ξεθωριάσουν το ταλέντο της, αλλά και την υποδειγματική προσωπικότητά της. Έκανε τα μειονεκτήματά της να λειτουργήσουν ως πλεονεκτήματα και με το πηγαίο ταλέντο της κατάφερε να είναι μια από τις καλύτερες και πιο αγαπημένες ηθοποιούς του ελληνικού κνηματογράφου μέχρι σήμερα.

Μια γυναίκα δυναμική και αποφασιστική, που ακολούθησε το όνειρό της μια εποχή που κοινωνία και οικογένεια ήταν εναντίον της. Δεν έχασε ποτέ τον ανθρωπισμό της, το χιούμορ της και την διάθεσή της για ζωή.

Η Γεωργία Βασιλειάδου αποφάσισε να σταματήσει την καριέρα της ως ηθοποιός το 1975, όταν ακόμα ήταν στο απόγειό της. Είχε δηλώσει γι’ αυτό χαρακτηριστικά: «Θέλω να φύγω με ζήτω κι όχι με γιούχα».

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1980 η αγαπημένη κωμική ηθοποιός άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και σε ηλικία 83 ετών, έχοντας ζήσει τα πάντα.