Η Astrid Anna Emilia Lindgren γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1907 σ’ ένα μικρό χωριό που το έλεγαν Vimmerby, στη νότια Σουηδία. Μεγάλωσε στη φάρμα των γονιών της όπου μαζί με τα αδέρφια της βοηθούσαν στις αγροτικές δουλειές αλλά αφιέρωναν και αρκετό χρόνο στο παιχνίδι και το διάβασμα.

Οι αναμνήσεις της από τη ζωή στη φάρμα αποτέλεσαν
βάση και πηγή έμπνευσης για πολλά βιβλία της.

Όταν τέλειωσε το σχολείο, εργάστηκε στην τοπική εφημερίδα του Vimmerby, μέχρι που έμεινε έγκυος από τον αρχισυντάκτη της, το 1926. Όμως εκείνος ήταν παντρεμένος και της ζήτησε να μην φέρει στον κόσμο το παιδί του. Εκείνη αρνήθηκε, η οικογένειά της την έδιωξε και μετακόμισε στη Στοκχόλμη, για να κάνει μια νέα αρχή. Εκεί θα παρακολουθήσει μαθήματα δακτυλογραφίας και στενογραφίας.

Όταν έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι, τον Lars, αναγκαστικά το άφησε σε μια ανάδοχη οικογένεια στην Κοπεγχάγη, λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Παρά το γεγονός, εκείνη έκανε μεγάλες προσπάθειες για να εξοικονομεί χρήματα και να ταξιδεύει, όσο πιο συχνά ήταν δυνατόν, στην Κοπεγχάγη προκειμένου να τον βλέπει. Τελικά, μετά από μεγάλο προσωπικό αγώνα, κατάφερε να τον πάρει πίσω και να γίνει αποδεκτή από την οικογένειά της.

Το 1931 παντρεύτηκε το αφεντικό της, Sture Lindgren και 3 χρόνια μετά γέννησε το δεύτερο παιδί της, την Karin. Η οικογένεια αποφάσισε να μετακομίσει το 1941 σε ένα διαμέρισμα δίπλα στο πάρκο Vasaparken της Στοκχόλμης. (Ένα πάρκο που επίσης την ενέπνευσε και αναφέρεται σε αρκετά από τα βιβλία της, τόσο που μετά το θάνατό της ένα τμήμα αφιερώθηκε σε εκείνη τιμητικά.)

Μόλις λίγα χρόνια μετά την μετακόμιση η λογοτεχνική δράση της άρχισε να αναγνωρίζεται Το 1944, κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον διαγωνισμό του νεοσύστατου τότε εκδοτικού οίκου Rabén & Sjögren για το μυθιστόρημά της «Η Μπριτ-Μαρί ξαλαφρώνει την καρδιά της» και τον επόμενο χρόνο, στον ίδιο διαγωνισμό, κέρδισε το πρώτο βραβείο για το παιδικό μυθιστόρημα «Πίπη Φακιδομύτη».

Η Πίπη έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή παιδικά βιβλία παγκοσμίως.

Το γεγονός ότι είχε προηγουμένως υποβάλλει το βιβλίο για την Πίπη σε άλλον εκδοτικό οίκο και απορρίφθηκε, φανερώνει ότι η πίστη της στο έργο της αποδείχτηκε πιο δυνατή από τις κοινωνικές επιταγές της εποχής της. Γιατί παρόλο που έγινε σχεδόν αμέσως σεβαστή ως συγγραφέας, η απόρριψη της εξουσίας των ενήλικων που εκφράζουν οι χαρακτήρες της, κρίθηκε πολύ αυστηρά από τους συντηρητικούς.

Το 1948, το γυναικείο περιοδικό Damernas Värld την έστειλε στις ΗΠΑ, ως ανταποκρίτρια-δοκιμιογράφο και εκεί είδε σε πρώτο πλάνο τις διακρίσεις κατά των Αφροαμερικάνων. Η σοκαριστική αυτή τάση την έκανε να κυκλοφορήσει, μερικά χρόνια αργότερα, το βιβλίο «Η Κάτι στην Αμερική».

Το 1958 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο παιδικής λογοτεχνίας «Χανς Κρίστιαν Άντερσεν» και άρχισε να θεωρείται η πιο σημαντική συγγραφέας παιδικής
φαντασίας της Σουηδίας, με τις ιστορίες και τις εικόνες της να μην μπορούν
να ξεχαστούν από τα παιδιά.

Το 1967 που η Lindgren γιόρταζε τα 60στα γενέθλιά της, οι εκδότες Rabén & Sjögren καθιέρωσαν το ετήσιο λογοτεχνικό βραβείο Astrid Lindgren, προς τιμήν της. Έτσι, κάθε χρόνο στην ημερομηνία των γενεθλίων της, γίνεται απονομή του βραβείου σε έναν Σουηδό συγγραφέα παιδικής λογοτεχνίας το οποίο συνοδεύεται από 40.000 σουηδικές κορώνες.

Η Astrid Lindgren τιμήθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, με το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας της Σουηδίας το 1971.

Ξαφνικά, το 1976 ξέσπασε ένα σκάνδαλο που αφορούσε την συγγραφέα. Αποκαλύφθηκε ότι ο οριακός φορολογικός συντελεστής της είχε φτάσει στο 102%, πράγμα αδιανόητο αφού έπρεπε να πληρώσει φόρο μεγαλύτερο από το εισόδημά της.

Η Lindgren αποκάλυψε το σκάνδαλο στο κοινό, με τη δημοσίευση στο περιοδικό Expressen του σατιρικού παραμυθιού «Η Πομπεριμπόσσα στη χώρα των χρημάτων» στις 3 Μαρτίου 1976. Η δημοσίευση σήκωσε αντιδράσεις και η κυβέρνηση θορυβήθηκε από αυτό τόσο που οδηγήθηκε σε ευρύτερη αντιπαράθεση σχετικά με το φορολογικό σύστημα, με αποτέλεσμα να αποπεμφθούν οι Σοσιαλδημοκράτες από την κυβέρνηση.

Δύο χρόνια μετά, η συγγραφέας έλαβε το Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Εμπορίου Βιβλίου και το 1993 το Διεθνές Βραβείο Βιβλίου της UNESCO.

Η αναγνώριση της λογοτεχνικής της συμβολής στην ανθρωπότητα δεν έμεινε μόνο στα βραβεία. Τα πανεπιστήμια της Σουηδίας, της Αγγλίας και της Πολωνίας, την έχρισαν επίτιμη διδάκτωρ ενώ η συλλογή των χειρογράφων της ανακηρύχθηκε «Παγκόσμια Κληρονομιά» από την UNESCO το 2005 και φυλάσσονται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης.

Έγινε ευρέως γνωστή για τα έργα της κυρίως επειδή υποστήριζε τα δικαιώματα των παιδιών και των ζώων, όπως και γιατί εξέφραζε ανοιχτά την αντίθεσή της για κάθε μορφή σωματικής τιμωρίας. Όλοι οι ήρωες της μάλιστα, έχουν κάποια από τα γνήσια χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας γιατί η ίδια την θεωρούσε πάρα πολύ σημαντική για όλη τη ζωή του ανθρώπου. Έτσι, για τους λόγους αυτούς, το 1993 τιμήθηκε με το Right Livelihood Award (γνωστό και ως «Εναλλακτικό Βραβείο Νόμπελ»).

Η Lindgren διέθετε πάντα την ενέργεια, την περιέργεια, το πνεύμα και την ευφυΐα ενός μικρού παιδιού και παρέμεινε έτσι γλυκιά και ζωηρή μέχρι το θάνατό της, στις 28 Ιανουαρίου 2002.

Δίδαξε στον πλανήτη πως αξίζει να είσαι πάντα παιδί μέσα σου, ότι η μαγεία είναι στο πως βλέπεις τον κόσμο και όχι στο πως αυτός είναι, όπως επίσης και ότι η αγάπη και η καλή πρόθεση δεν έβλαψε ποτέ κανένα.

Αρκετοί άνθρωποι εμπνεύστηκαν από το έργο της και έστησαν πολλά μνημεία προς τιμήν της. Ένα από αυτά, το «Källa Astrid» που βρίσκεται κοντά στον τόπο που εκείνη άκουσε για πρώτη φορά παραμύθια. Στον ίδιο χώρο μάλιστα, λειτουργεί και μουσείο αφιερωμένο στο έργο της ενώ λίγο έξω από την πόλη υπάρχει το θεματικό πάρκο Astrid Lindgrens World.

Τέλος, η ζωή της πέρασε και στην μεγάλη οθόνη μες στο 2018. Η ταινία Becoming Astrid ανέδειξε τις δυσκολίες που πέρασε η συγγραφέας μέχρι να καταφέρει να φτάσει στην επιτυχία αλλά και την ευτυχία.