Ο χρόνος άλλαξε, σχεδόν τελείωσαν οι γιορτές οπότε ήρθε η ώρα να σας μαυρίσω την ψυχή χωρίς να νιώθω τύψεις ότι χαλάω το «κλίμα των εορτών».

Χθες είχα γενέθλια και, ως γνωστή περίεργη, googlαρα τι έχει συμβεί 3 Ιανουαρίου στο παρελθόν. Βρήκα για πολιορκίες, Συνόδους Ειρήνης, γεννήσεις και φυσικά θανάτους! Έψαξα λίγο παραπάνω για τους θανάτους χωρίς όμως να βρω κάποια δολοφονία. (Άρχισα λίγο να απογοητεύομαι, γιατί αν δεν δολοφονήθηκε κάποιος ίδια μέρα με τα γενέθλια μου, δεν μπορώ να σας πω ότι έχω γενέθλια για να μου πείτε χρόνια πολλά!) Όμως το σύμπαν συνωμότησε υπέρ μου και κάποιος (που ντρέπομαι να το πω αλλά είναι πιο murder freak από μένα), μου έδωσε την πληροφορία που ήθελα. Το έγκλημα στο Χαροκόπου…

Αν σου λέει κάτι ο τίτλος, είναι γιατί εκείνη την εποχή στην Ελλάδα όλα τα πρωτοσέλιδα είχαν αυτόν τον τίτλο, γράφτηκαν ανέκδοτα, νούμερα επιθεώρησης, τραγούδια,  γελοιογραφίες κλπ.

Ο συντάκτης της εφημερίδας Ελεύθερος Άνθρωπος γράφει σε άρθρο «…δεν είναι σπάνιο σε καμία μακρινή και βρώμικη ταβέρνα, να ακούσετε μια μακρόσυρτη φωνή που μέσα σε ένα ξέσπασμα ασυνήθους μειρακίου τραγουδάει το τραγούδι της κακούργας πεθεράς. Στου Χαροκόπου τα στενά μια μικροπαντρεμένη…»

Ακόμη και σήμερα γίνονται αφιερώματα για αυτή τη συνταρακτική ιστορία που απασχόλησε την ελληνική πραγματικότητα.

Πάμε λοιπόν στις 3 Ιανουαρίου του 1931 στην περιοχή Χαροκόπου στην Καλλιθέα.

Ο εργολάβος Δημήτρης Αθανασόπουλος δολοφονείται στο σπίτι του, το πτώμα του βρέθηκε 3 μέρες μετά τεμαχισμένο, μέσα σε δυο τσουβάλια, στις όχθες του Κηφισού (υποθέτω τότε ήταν όντως ποτάμι ο Κηφισός).

Ο μικρός Γιάννης Γκίκας πήγε να παίξει στις όχθες, βρήκε τα δυο τσουβάλια και έτρεξε να ειδοποιήσει τους δικούς του, οι οποίοι φτάνοντας εκεί υπέθεσαν ότι είναι χρήματα από ληστεία και πήγαν στην αστυνομία για να αναφέρουν το γεγονός. Όταν έφτασε εκεί η αστυνομία έσκισε τα τσουβάλια και εκτός από την έντονη δυσοσμία που τους έσπασε τη μύτη είδαν κομμάτια ανθρώπινης ματωμένης σάρκας. Αμέσως ειδοποιήθηκαν οι ανώτεροί τους και πλάκωσαν στο σημείο Εισαγγελία, Αστυνομική διεύθυνση, Γενική ασφάλεια, ιατροδικαστής και φυσικά…. δημοσιογράφοι!

Αφού κινηματογραφήθηκε ο τόπος του εγκλήματος, για πρώτη φορά στα χρονικά της Ελλάδας, έβγαλαν φωτογραφίες, αποτυπώματα από τα χνάρια ποδιών στο χώμα και έγιναν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες για το πρωτοφανές έγκλημα εκείνης της εποχής, τότε μετέφεραν τον τεμαχισμένο πτώμα στο νεκροτομείο Αθηνών.

Το θέαμα ήταν πρωτόγνωρο και προφανώς συγκλονιστικό!

Μέσα στα τσουβάλια ήταν τοποθετημένα δυο δέματα, ραμμένα με σακοράφα με απόλυτη επιδεξιότητα, κάτω από αυτό είχε ύφασμα από λινάτσα που μέσα είχε τα κομμάτια ενός ανθρώπου. Φαινόταν άντρας μεταξύ 35 με 45 ετών, ξυρισμένος και περιποιημένος, καθαρός, περίπου 1,70 ύψος.

Ο ιατροδικαστής είπε στους δημοσιογράφους ότι οι τομές είχαν γίνει με τόση ακρίβεια και ψυχραιμία που δεν είχε κοπεί ούτε ένας μυς, οι εξαρθρώσεις τον οστών ήταν τέλειες, χωρίς να κακοποιηθεί κανένα κόκκαλο ώστε να είναι βέβαιος ότι το έγκλημα διαπράχθηκε από γιατρό χειρουργό και μάλιστα πεπειραμένο! Όμως έκανε λάθος… οι δράστες όχι απλά δεν ήταν πεπειραμένοι αλλά ζούσαν ένα οικογενειακό δράμα με ένα σωρό ελαφρυντικά!

Είχαν κινητοποιηθεί όλες οι δυνάμεις με περίπου 200 άτομα να έρχονται καθημερινά για να δουν το πτώμα! Ακόμα δεν είχε βρεθεί η ταυτότητα του θύματος, οπότε όλες οι εφημερίδες καλούσαν όσους είχαν εξαφανισμένους συγγενείς να πάνε για αναγνώριση.

Τότε εμφανίστηκε ο ανθυπομοίραρχος Ταμπακόπουλος, κάτοικος της περιοχής Χαροκόπου και είπε ότι το πτώμα ανήκει μάλλον στον φίλο του Δημήτρη Αθανασόπουλο. Επειδή όμως δεν ήταν 100% σίγουρος κάλεσε τον γιατρό του θύματος, ο οποίος εξετάζοντας το πτώμα βρήκε παλιά κατάγματα και με σιγουριά πλέον αναγνωρίστηκε το πτώμα.

Ο Δημήτρης Αθανασόπουλος ήταν γεννημένος το 1891 σε χωριό, μοναχοπαίδι που ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει σε εμπορική σχολή. Το 1921 αφού τελείωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις παντρεύτηκε την Σοφία Κάστρου (κατά κόσμο Φούλα) με την οποία είχε 3 παιδιά και άρχισε να ασχολείται με επιχειρήσεις, οι οποίες πήγαιναν πολύ καλά μέχρι το 1926.

Τα επόμενα χρόνια άρχισαν οι δουλείες να πέφτουν έξω αλλά με τη βοήθεια της γυναίκας του και της πεθεράς του ανάκαμψε και άρχισε να ασχολείται με εργολαβίες οικοδομών. Το 1929 είχε στήσει με έναν φίλο του εργοληπτική εταιρεία και πλέον οι δουλειές πήγαιναν άψογα.

Άλλα…. όσο οι δουλείες πήγαιναν καλά, τόσο άσχημα πήγαιναν τα πράγματα στην οικογένεια! Με την γυναίκα του και κυρίως με την πεθερά του οι σχέσεις του ήταν διαταραγμένες. Τους τελευταίους 6 μήνες μάλιστα ήταν σε διάσταση, κοιμόταν σε ξενοδοχείο και πήγαινε σπίτι μόνο για να δει τα παιδιά του και να πάρει καθαρά ρούχα! (Η γυναίκα παρατημένη με 3 παιδιά και ο κύριος να πηγαίνει και να απαιτεί και καθαρά ρούχα. Αρχηγός.)

Μετά την αναγνώριση του πτώματος, αστυνομικοί με πολιτικά και δημοσιογράφοι πήγαν στο σπίτι του θύματος, περίζωσαν το κτίριο και μπήκαν μέσα. Εκεί βρήκαν την οικογένειά του. Τη Φούλα, την πεθερά του, την υπηρέτρια τους (Γιαννούλα Μπέλλου) και τον 19χρονο ανιψιό της πεθεράς (Δημήτρη Μοσκιό) ο οποίος κανονικά ζούσε στην Κεφαλλονιά. Κάπως έτσι άρχισαν οι ανακρίσεις

Εδώ να πω ότι για να μην βγει πραγματικά τεράστιο το κείμενο θα σας τα γράψω
όσο πιο περιληπτικά γίνεται αλλά αν είστε περίεργοι, όπως εγώ, μπορείτε να βρείτε αναλυτικά όλες τις λεπτομέρειες στο
Wikipedia (Δολοφονία Δημήτρη Αθανασόπουλου).

Στις 2 Ιανουαρίου του 1931, ο Αθανασόπουλος είχε φτάσει σε έξαλλη κατάσταση (αφού είχε βγει με έναν φίλο και μια από τις ερωμένες του) κι είχε κακοποιήσει τη γυναίκα του χειρότερα από ποτέ. Εκείνη έφυγε απ’ το σπίτι κρυφά και ζήτησε βοήθεια απ’ τη μητέρα της.

Η «κακούργα πεθερά», όπως αναφέρεται στο τραγούδι, ανάστατη για την κατάσταση της κόρης της, ανέλαβε δράση.

Έπεισε τον ανιψιό της, Δημήτρη Μοσκιό, να πυροβολήσει τον Αθανασόπουλο στο κρεβάτι του, στις 3 Ιανουαρίου του 1931. Η πεθερά δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να τον πείσει να πάρει μέρος στο έγκλημα. Ο Μοσκιός ήταν ένας απ’ τους πάμπολλους θαυμαστές της Φούλας και είχε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Αφού σιγουρεύτηκαν ότι ο Αθανασόπουλος ήταν νεκρός, αποφάσισαν να κάψουν το πτώμα του, για να εξαφανίσουν τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Έτσι κι έκαναν, με τη βοήθεια της υπηρέτριας, Γιαννούλας Μπέλλου. Μόνο που δεν υπολόγισαν τη φοβερή μυρωδιά της καμένης σάρκας. Φοβήθηκαν ότι θα τους έπαιρναν είδηση οι γείτονες και σταμάτησαν. Επέλεξαν λοιπόν, να τεμαχίσουν το πτώμα και να το πετάξουν κομμάτι κομμάτι στο ρέμα του Ιλισσού.

Η τύχη, όμως, δεν ήταν με το μέρος τους και γρήγορα ξεσκεπάστηκε όλο το έγκλημα. Σύζυγος και πεθερά καταδικάστηκαν σε θάνατο, η υπηρέτρια Γιαννούλα Μπέλλου καταδικάστηκε σε ισόβια και ο Μοσκιός σε κάθειρξη 20 ετών. Προφανώς το δικαστήριο του αναγνώρισε ελαφρυντικά, λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης.

Η ομορφιά της Φούλας ήταν καταλυτική. Με τα κάλλη της, «μάγεψε» τον διευθυντή των φυλακών και η ζωή της έγινε άνετη. Το ίδιο ίσχυε και για τη μάνα της. Τελικά η θανατική καταδίκη μετατράπηκε σε δεκαετή φυλάκιση και το 1941, μάνα και κόρη είναι πάλι ελεύθερες (με τον νόμο περί αποσυμφόρησης των φυλακών). Η Φούλα «καλοπαντρεύτηκε» για δεύτερη φορά. Ο δεύτερος γάμος ήταν με τον Συνταγματάρχη Αγαπητό Κομήτη και κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής της, το 1971.

Η υπόλοιπη οικογένεια δεν είχε τόσο ευχάριστο τέλος. Η μητέρα της, Άρτεμις Κάστρου, πέθανε το 1956 και ο Δημήτρης Μοσκιός εισήχθη στο Δρομοκαΐτειο, όπου και πέθανε λίγο αργότερα. Αν και η Φούλα ήταν θύμα οικογενειακής βίας, η κοινωνία την αντιπάθησε, καθώς το έγκλημα ήταν στυγερό και προκάλεσε αληθινό σοκ.

Στο δια ταύτα η φίλη μας η Φούλα ήταν τόσο κακοποιημένη από τον μπερμπάντη άντρα της που δεν άντεξε άλλο κι ενώ θα μπορούσαν να της αναγνωριστούν άπειρα ελαφρυντικά, τελικά καταδικάστηκε, όχι τόσο από το δικαστήριο όσο από την κοινή γνώμη!

Από το στυγερό έγκλημα, που συγκλόνισε την αθηναϊκή κοινωνία του 1931, εμπνεύστηκε ο Ιάκωβος Μοντανάρης και έγραψε του στίχους του τραγουδιού, που εξιστορούν το γεγονός. Ακούστε το.

«Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ‘μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά, τα νιάτα σου να χάσεις», τραγουδούσαν οι ρεμπέτες το 1931. Ο τίτλος του τραγουδιού ήταν “Κακούργα Πεθερά”.

Αυτά λοιπόν έγιναν σαν σήμερα στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Αα! Καλή χρονιά σας είπα; Όχι!

Καλή χρονιά λοιπόν, ευτυχισμένο το νέο έτος. Εύχομαι στο τέλος του 2019 να είμαστε όλοι ζωντανοί και το γνωστό πλέον #staysafe

Εδώ σας βάζω ένα link (από το κανάλι του αγαπημένου blackbird) σχετικό με την υπόθεση.