Τα Χριστούγεννα θεωρούνται η πιο δημοφιλής θρησκευτική γιορτή. Η πολυδάπανη διακόσμηση των πόλεων, η υπερβολική φωταγώγηση σε κάθε σπίτι και η αυξημένη καταναλωτική διάθεση, μαρτυρούν την επιρροή της γιορτής στην κοινωνία.

Αυτό το αταίριαστο ζευγάρι θρησκευτικής κατάνυξης και καταναλωτικής μανίας, έχει αποδειχτεί ότι δημιουργεί αρκετά ψυχοσωματικά προβλήματα.

Η επιστημονική έρευνα μελέτησε την περίοδο εορτασμού μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, και αποκάλυψε ότι πολλοί άνθρωποι βιώνουν δυσφορία και ψυχολογική κατάρρευση. Ο λόγος για το «σύνδρομο των Χριστουγέννων», τα αρνητικά συμπτώματα του οποίου επιδεινώνονται δραματικά σε περιόδους μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής ύφεσης.

Ακόμη και σήμερα που υπάρχει μια τάση αποστασιοποίησης από την θρησκεία παγκοσμίως, οι γιορτές αυτές εξακολουθούν να προκαλούν, στους περισσότερους από εμάς, συνειρμούς και προσδοκίες.

Λες και δίνουμε παραδοσιακά το ετήσιο ραντεβού που, όσο απομακρυσμένοι ή κυνικοί κι αν είμαστε, μας είναι αδύνατο να το αποφύγουμε. Συμπαρασυρόμαστε από την φύση μας στον παλιμπαιδισμό που προκαλείται από το εορταστικό κλίμα και νιώθουμε την ανάγκη να ζήσουμε την «μαγεία».

Κι όπως είναι αναμενόμενο, δεν καταφέρνουμε να βιώσουμε την πολυδιαφημισμένη και «μαγεία» των ημερών, και τότε τιμωρούμε τον εαυτό μας ή τους γύρω μας.

Έρχονται στην επιφάνεια οι ενοχές για την απώλεια των παιδικών μας ψευδαισθήσεων, το άγχος για τις ανεπιθύμητες συνεστιάσεις και το βάρος των κοινωνικών συμβάσεων. Το γεγονός ότι το περιβάλλον μας επιβάλλει να επιδεικνύουμε διαρκώς υπερβολική χαρά, λόγω συγκυριών, βλάπτει σοβαρά την υγεία μας.

Αυτό δεν αποτελεί σημερινό φαινόμενο.

Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, Αμερικανοί ψυχίατροι επινόησαν τον όρο «Christmas effect» για να περιγράψουν το έντονο άγχος, τη βαθιά κατάθλιψη, τα αισθήματα δυστυχίας και ενοχής που βιώνει ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων αυτή την περίοδο του έτους.

Σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και ανεργίας το «πρέπει να είμαι μες στην χαρά (αλλά δεν μπορώ)», σε συνδυασμό με τη χρηματική στέρηση και την κοινωνική απαξίωση, προκαλούν πολλαπλάσια αποτελέσματα.
Αρκετοί άνθρωποι οδηγούνται σε απελπισία, η οποία εκδηλώνεται τόσο ως βαθιά κατάθλιψη όσο και με σοβαρές σωματικές παθήσεις.

Στο τέλος κάθε χρόνου, έρχονται οι γιορτές που συνοδεύονται από τον απολογισμό μας. Αυτός περιλαμβάνει απογοητεύσεις, προσωπικές αποτυχίες και τραύματα της παιδικής ηλικίας (στέρηση στοργής, δώρων και προσοχής από το στενό μας περιβάλλον).

Οι ψυχολογικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η δυσφορία από τον εορτασμό των Χριστουγέννων δεν οφείλεται στην υπερκατανάλωση τροφής και αλκοόλ, ούτε στο άγχος για την αγορά των κατάλληλων δώρων, αλλά στη διάψευση των προσδοκιών.

Σήμερα, δεν είναι λίγοι αυτοί που εκφράζουν ανοιχτά τις «αντι-χριστουγεννιάτικες» αντιλήψεις τους, δηλώνοντας αλλεργικοί στις ακαλαίσθητες διακοσμήσεις των πόλεων και των σπιτιών, στους υποκριτικούς εορτασμούς που συγκαλύπτουν τη βαθύτερη θλίψη μας για τα προσωπικά και κοινωνικά δεινά που βιώνουμε, καθώς και στις εποχικές αγαθοεργίες που λαμβάνουν χώρα κάθε χρόνο, ίδια περίοδο.

Το πρόβλημα έγκειται ουσιαστικά στην περιοδική καταναγκαστική επιβολή δράσεων και στο προσωπείο της εορταστικής ατμόσφαιρας που κινείται στα πλαίσια της εποχής και όχι των καταστάσεων.

Έτσι, δημιουργείται μια πλασματική υποχρέωση συμμόρφωσης σύμφωνα με την τάση της κοινωνίας. Κι αυτή η υποχρέωση, όπως η πλειοψηφία των υποχρεώσεων που έχει ένας άνθρωπος, οδηγεί σε άγχος, καταπίεση και δυσαρέσκεια.

Το «φαινόμενο των Χριστουγέννων» είναι εδώ, συμβαίνει και επηρεάζει πολλούς ανθρώπους γύρω μας. Αν θέλουμε να το εκμηδενίσουμε πρέπει να δούμε τις πραγματικές ανάγκες μας, τις αληθινές μας σχέσεις, την ειλικρινή μας διάθεση και να φορέσουμε το χαμόγελο που φοράμε κάθε μέρα (και μας αρκεί για να τα βγάζουμε πέρα) σε τόσο δύσκολους καιρούς.

Δεν μας χρειάζονται οι υπερβολές. Οι υπερβολές δεν μπορούν να καλύψουν τα κενά της ζωής μας. Οι υπερβολές δημιουργούν ψευδαισθήσεις. Και οι ψευδαισθήσεις ξυπνούν ανασφάλειες. Έχουμε ήδη αρκετές από όσα συμβαίνουν, δεν υπάρχει χώρος για άλλες.

Ας μην τις προκαλούμε λοιπόν, για να μην επιβαρύνουμε την ψυχή μας.