Η ομορφιά διαχρονικά και μέσα στους αιώνες, θεωρήθηκε αξία. Θεωρήθηκε ως ένας τρόπος συμβολισμού του ωραίου, εκείνου που αισθητικά ικανοποιεί δηλαδή εκείνον που το βλέπει.

Η γυναίκα επιβαρυνόταν ανέκαθεν μέσα στην κοινωνία με την πίεση του να είναι ‘’εξωτερικά όμορφη και ποθητή’’.

Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι: από την πατριαρχική αντίληψη η οποία προσπάθησε να εμφυσήσει στη γυναίκα την άποψη ότι η ομορφιά είναι το ανώτερο προσόν για εκείνη, από τη βιομηχανία μόδας η οποία προωθεί διαρκώς καλλυντικά ομορφιάς, από την τηλεόραση, τους γονείς, τα περιοδικά. Καλλιεργείται υποσυνείδητα από τους ξένους ανθρώπους οι οποίοι μόλις δουν ένα κοριτσάκι το πρώτο που θα πουν είναι: ‘’πόσο όμορφο κοριτσάκι είναι!’’. Όλο αυτό περνάει υποσυνείδητα σε κάθε γυναίκα το μήνυμα πως το μεγαλύτερο προσόν το οποίο διαθέτει είναι η εξωτερική της εμφάνιση.

Ζούμε σε μία εποχή η οποία κυριαρχείται από την εμμονή στην εξωτερική εμφάνιση και οι επιθέσεις σε ανθρώπους εξαιτίας αυτής είναι συχνό φαινόμενο. Όταν δεν καλλιεργείται στους ανθρώπους, από μικρή ηλικία κιόλας, πως υπάρχουν άλλα πράγματα που είναι σημαντικότερα από την εμφάνιση και όταν δεν μαθαίνουμε να δίνουμε έμφαση στο εσωτερικό των ανθρώπων, η ανασφάλεια σε ό,τι αφορά αυτή βγαίνει στην επιφάνεια και κερδίζει έδαφος.

Οι περισσότεροι δε γνωρίζουν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να μην είναι όμορφος με βάση την ‘’κοινωνικά κατασκευασμένη ομορφιά’’, αλλά να παραμένει γοητευτικός και ιδιαίτερα θελκτικός.

Η αλήθεια είναι πως όλες οι γυναίκες είναι όμορφες. Ο κάθε άνθρωπος έχει επάνω του κάτι μοναδικό, αυτό που πρέπει να κάνει είναι να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει όσο περισσότερο μπορεί. Και είναι πολύ καλύτερο μία γυναίκα να έχει εσωτερική ομορφιά η οποία όχι μόνο δε χάνεται στο πέρασμα του χρόνου αλλά αναδύεται περισσότερο, παρά μία εξωτερική λάμψη η οποία σβήνει με τα χρόνια.

Η πραγματική αξία κάθε γυναίκας, όπως και κάθε άλλου ανθρώπου βρίσκεται μέσα του, στην ψυχή του. Αν πραγματικά η κοινωνική αντίληψη προσπαθήσει να ενσωματώσει και να προάγει αυτό το μήνυμα, ίσως να είναι η απαρχή για τη βελτίωση μίας νοσηρής κοινωνικής πραγματικότητας.